ΧΑΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

 

 

Μωυσή Α. Μπουντουρίδη

 

 

Η θεωρία του χάους, εν γένει, θεωρείται ότι αναφέρεται στην οικονομία μεταξύ της τάξης και της τυχαιότητας, της αιτιοκρατίας και της μη προβλεψιμότητας, της σαφήνειας και της αμφιβολίας. Από μια όμως επιστημολογική και κριτική πλευρά, ίσως να είχε ενδιαφέρον να αποτιμηθούν οι τοπικές και οι ολικές θεωρητικές προοπτικές που είναι ριζωμένες στο διεπιστημονικό σώμα της θεωρίας του χάους. Μια τέτοια αποτίμηση έχει νόημα, όχι μόνο για την κατανόηση των ποικίλων ισχυρισμών για την ισχύ του χάους σε διάφορες επιστημονικές περιοχές, αλλά ακόμη και για την διερεύνηση του πολιτιστικού και του πολιτικού νοηματικού περιεχομένου της θεωρίας του χάους. Αυτό το τελευταίο είναι εκείνο που η Hayles στο Chaos Bound (1990) ονομάζει "πολιτική του χάους."

 

Ο κοινός τρόπος διαχωρισμού μεταξύ του "τοπικού" και του "ολικού" χαρακτήρα των γνώσεων ή των θεωριών εξετάζει το φάσμα εφαρμοσιμότητας και το μεθοδολογικό πεδίο που εμπλέκονται στην ακολουθούμενη διαπραγμάτευση. Οι τύποι αυτοί των κριτηρίων είναι συναφείς προς την οργάνωση και την διάρθρωση του εξεταζόμενου σώματος των γνώσεων ή θεωριών. Κατά κάποιο τρόπο, τα κριτήρια αυτά δομούν το σώμα των γνώσεων ή θεωριών μέσω μιας αντιστοίχισης ή απεικόνισης σε μια εσωτερική διαρρύθμιση του δυνητικού χώρου όλων των δυνατών και ενδεχομενικών θεωρητικών σχηματισμών. Μολονότι συχνά παρατηρούνται αναλογίες, μετατοπίσεις και άλλες μεταφορές μεταξύ ξεχωριστών θεωριών (συχνά στο αρχικό επίπεδο της διαισθητικής θεωρητικής διαμόρφωσης), οι διαδικασίες αυτές τυπικά γίνονται ομαλά οικοιοποιήσιμες μέσα στην εσωτερική δομή. Τουλάχιστον αυτό συμβαίνει μακριά από τις διαταρακτικές συνθήκες των επιστημονικών επαναστάσεων, όταν η εσωτερική συνοχή των θεωριών διαφυλάσσεται από την επιστημολογική αυτονομία τους.

 

Εξωτερικές τάσεις μεταξύ θεωριών μπορούν να αναπτυχθούν σαν αποτέλεσμα μιας μεγάλης ποικιλίας λόγων. Ορισμένες από αυτές μπορεί να αντανακλούν μια εγγενή προδιάθεση προς την θεωρητική επέκταση, σε κάποιες περιπτώσεις λόγω της υψηλού βαθμού γενικότητας ή αφηρημένης δυναμικότητας των αποδεκτών μέσων ανάλυσης. ’λλες μπορεί απλώς να επιδέχονται κοινωνικο-πολιτικές ή πολιτιστικές ερμηνείες και να αντιστοιχούν σε υπαρκτές εντάσεις στο κοινωνικό επίπεδο. Με αυτή την έννοια, ο κανόνας εμφανίζεται να είναι ότι οι κοινωνικές αντιφάσεις είναι εκείνες που μεταφέρονται επαγωγικά στο επιστημονικό έδαφος: ζητήματα εξουσίας βρίσκονται συχνά στην καρδιά κάποιων θεωρητικών διενέξεων. Ακόμη κι αν αυτό δεν αληθεύει μερικές φορές, πιο συχνά συναντάται στον τρόπο και τις συνθήκες με τις οποίες συνήθως λαμβάνουν χώρα οι θεωρητικοί ανταγωνισμοί.

 

Κάτω από την επίδραση μιας τέτοιας πολλαπλότητας εσωτερικών και εξωτερικών προσδιορισμών, οι απορρέοντες τοπικοί ή ολικοί χαρακτηρισμοί είναι μάλλον περίπλοκοι. Αν και δεν είναι ένα από τα κρισημότερα επιστημολογικά ερωτήματα, η υπαγωγή μιας θεωρίας στον προσδιορισμό είτε της τοπικότητας ή της ολικότητας μερικές φορές καταλήγει να είναι κάτι περισσότερο από μια ταιριαστή ευκολία: γίνεται ζήτημα πίστης, κάτι που αποτελεί μια μάλλον πολιτική και αμφιβόλου αξίας επιστημονική συμπεριφορά. Μια τέτοια ένοχη ασάφεια μπορεί να εισχωρήσει ακόμη και μέχρι το επίπεδο της μεθοδολογίας. Με αυτή την έννοια, θα ήταν εύλογο να αναρωτηθεί κανείς μήπως ο επιστημονικός αναγωγισμός θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν μια τοπική ερμηνεία που συγκαλύπτει μια ολική προδιάθεση ή μήπως ο επιστημονικός ολισμός θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν μια ολική διευθέτιση που συναρμολογείται από τοπικά ελατήρια.

 

Το γεγονός είναι ότι η θεωρία του χάους αναμφίβολα μπορεί να καθιερώσει (όπως το έχει ήδη κάνει) ένα κύριο παράδειγμα για πολλές επιστημονικές περιοχές. Αυτό που απομένει να δούμε και παραμένει σαν στοίχημα είναι αν αποτελεί μια μετατόπιση παραδείγματος. Αφενός το χάος παρέχει μια πηγή μεθοδολογικής διαισθητικότητας για αυτούς που δουλεύουν σε μια ποικιλία κλάδων. Αφετέρου οι διεπιστημονικοί θεσμοί πράγματι κατέχουν τα εργαλεία εκείνα που χρειάζονται για να διαρθρωθεί μια καινούργια διευθέτιση πάνω στο υπαρκτό σώμα ενός επιστημονικού πεδίου. Όμως αυτά τα γεγονότα συχνά παρεξηγούνται: ο τρόπος σύλληψης της νέας διευθέτησης που προκύπτει δεν μπορεί να γίνει με τη χρήση μιας απλουστευτικής προσάρτησης κάποιων προκαθορισμένων γνωστικών συνθηκών για την οργάνωση κάποιου σώματος γνώσεων. Με άλλα λόγια, το ότι το χάος είναι ένα παράδειγμα δεν σημαίνει πως ούτε απλώς είναι ένα όργανο γνώσης, ούτε πως ένα παράδειγμα είναι απλώς ένας ανταλλάξιμος ή κλιμακώσιμος θεωρητικός σχηματισμός. Με αυτή την έννοια, χρειάζεται να επαναθεωρηθούν οι σχετικοί ολικοποιητικοί ισχυρισμοί του χάους.

 

Πράγματι, το δημοφιλές βιβλίο Chaos (1987) του Gleick έχει τροφοδοτήσει μια άφθονη συλλογή δηλώσεων που ισχυρίζονται την ολοποιητική αξία της θεωρίας του χάους. Για παράδειγμα, ο Gleick λέει: "Το χάος σπάζει τις γραμμές που διαχωρίζουν τους επιστημονικούς κλάδους. Επειδή είναι μια επιστήμη της ολικής φύσης των συστημάτων, έχει συγκεντρώσει μελετητές από πεδία που ήσαν ευρέως διαχωρισμένα. ... Διατυπώνει (το χάος) ισχυρούς ισχυρισμούς για την παγκόσμια συμπεριφορά της πολυπλοκότητας. ... Πιστεύουν (οι επιστήμονες του χάους) ότι αναζητούν το όλο" (σελ. 5).

 

Πέραν από αυτούς τους μάλλον απόλυτους ισχυρισμούς και μολονότι υπάρχουν πολλά αντίθετα επιχειρήματα που υποστηρίζουν την τοπικότητα του χάους, η τοπική/ολική ιδιοσυστασία της θεωρίας του χάους εγείρει πολλά λεπτά ερωτήματα. Και στην πράξη και στην θεωρία, για παράδειγμα, η εμφάνιση της χαοτικής συμπεριφοράς απορρέει από μη γραμμικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ διαφορετικών μερών του συστήματος. Επομένως, είναι ένας τοπικός συντονισμός που υποτάσσει την ολική ροή της δυναμικής με έναν παράδοξο τρόπο, δηλαδή, εξαιρετικά ευαίσθητο στις διακυμάνσεις και έτσι πλήρως μη προβλέψιμο. Πάντως κάποιες υποψίες ανακύπτουν για την ισχύ αυτού του επιχειρήματος, όταν αναφερθεί ότι σε πολλά χαοτικά συστήματα αποκαλύπτεται ένας καθολικός χαρακτήρας στις διαδικασίες μετάβασης προς το χαοτικό καθεστώς. Λαμβάνοντας υπόψη μια προηγούμενη παρατήρηση για τον υπολογισμό της σχετικής αυτονομίας των επιστημονικών κλάδων, αυτή η σχεδόν πανταχού παρούσα αναδυόμενη ολικοποίηση στο χάος δεν πρέπει να περάσει ανεξερεύνητη.

 

Σε οποιαδήποτε όμως περίπτωση, η προβληματική σχέση μεταξύ του τοπικού και του ολικού στην θεωρία του χάους αποτελεί μέρος μιας εκτεταμένης συζήτησης για το τοπικό και το ολικό μεταξύ των μελετητών της σύγχρονης σκέψης. Η Hayles στο Chaos Bound (1990) παρατηρεί ότι υπάρχουν κάποιες καταπληκτικές ομοιότητες μεταξύ των επιστημών του χάους και της κριτικής θεωρίας. Σύμφωνα με την Hayles, "Στα νέα επιστημονικά παραδείγματα, το ολικό επιπροσδιορίζει το τοπικό, αλλά με το κόστος της επανασύλληψης του ολικού μέσω μιας τοπικής σύνθεσης. Στην κριτική θεωρία, οι αξιώσεις του τοπικού επεκτείνονται μέχρις ότου το ίδιο το τοπικό να γίνει ένα νέο είδος μιας ολοποιητικής προσταγής. Οι δυο αυτές τάσεις αντικατοπτρίζουν η μια την άλλη, καθώς στις επιστήμες του χάους το ολικό γίνεται τοπικό και στην κριτική θεωρία το τοπικό γίνεται ολικό" (σελ. 213-4).

 

Στην πραγματικότητα, το ενδιαφέρον της Hayles (στο τελευταίο καεφάλαιο του βιβλίου της, Chaos Bound) ήταν μια κριτική αντιμετώπιση και ανασκευή των θέσεων εκείνων που θέλουν την τοπική γνώση να είναι προοδευτική, πολιτικά φιλελεύθερη, ενώ την ολική θεωρία να είναι καταπιεστική, πολιτικά ολοκληρωτική. Μια τέτοια πολιτική συνεκδοχή του σχήματος τοπικού/ολικού υπήρξε αρκετά δημοφιλής μεταξύ ορισμένων μελετητών της κριτικής θεωρίας. Για παράδειγμα, είναι ιδιαίτερα σημαντικές οι γνωστικές-αρχαιολογικές αναλύσεις του Foucault (1970) για τις ολοποιητικές θεωρίες του Διαφωτισμού, από την γραμματική ως την βιολογία και την ποινολογία, μαζί με τις συσχετίσεις τους με ολοκληρωτικές πολιτικές πρακτικές. Τώρα, λαμβάνοντας υπόψη την ανάμιξη και την διαπλοκή του τοπικού και του ολικού, η Hayles θεωρεί ότι "είναι λάθος να υποθέτουμε ότι η ολική θεωρία είναι πάντοτε πολιτικά πιο καταπιεστική από την τοπική γνώση" (σελ. 214). Αλλά διαπιστώνει ότι μια τέτοια ισορροπία μεταξύ του τοπικού και του ολικού συνιστά ένα εξαιρετικά παράδοξο ερώτημα, "γιατί για να το απαντήσουμε, χρειάζεται να προχωρήσουμε με γενικεύσεις, τη στιγμή που ακριβώς οι ίδιες οι γενικεύσεις αποτελούν το εξεταζόμενο ζήτημα" (σελ. 214).

 

Όμως, πέραν από τις πολιτικές συνεκδοχές της διαλεκτικής του τοπικού/ολικού, κείνται κάποιες οντολογικές προϋποθέσεις που ευνοούν ή αγνοούν την υιοθέτηση της τοπικής ή της ολικής προοπτικής. Δεν είναι προφανές σε μια πλειοψηφία συγχρόνων στοχαστών αν η κοινωνική και η ιστορική κατασκευή της πραγματικότητας απαιτούν μια τάση προς γενίκευση, αναγωγή σε κάποια ουσία, ενοποίηση και καθολίκευση. Δυο υποστηρικτές αντιθέτων προβληματισμών είναι ο Rorty (1989) και η Smith (1988). Και οι δυο τους υπερασπίζονται ιδέες που αναγνωρίζουν μια ριζοσπαστική ενδεχομενική σχέση των αξιών με ένα κοινωνικό, οικονομικό, θεσμικό και ιδεολογικό περιεχόμενο: ο Rorty μέσω ενός αντι-αναπαραστατικού νεοπραγματισμού και η Smith με έναν γόνιμο αξιολογικό σχετικισμό.

 

Κάποτε όμως, η έξαρση της αξίας της τοπικής γνώσης εμφανίζεται με υπερβολικά οξείς τόνους. Τέτοιοι μπορούν να θεωρηθούν οι κριτικοί σχολιασμοί του Lyotard, που σύμφωνα με τον Αργυρό (Argyros, 1991) προχωρεί μέχρι που να "ονομάσει τρομακρατία την τάση για καθολικεύσεις" (σελ. 213). Στο τελευταίο και συμπερασματικό κεφάλαιο του βιβλίου του Postmodern Condition (1984), ο Lyotard προβλέπει ότι η έλευση της κοινωνίας της πληροφορικής θα ενισχύσει την εξουσία των κυριάρχων ελίτ, που την αντλούν μέσω της πρόσβασής τους στους πληροφοριακούς πόρους. Θεωρεί ότι ο ολοκληρωτικός αυτός κίνδυνος μπορεί να αντιμετωπισθεί με την ανάδυση και την ανάπτυξη μέσα στις φυσικομαθηματικές επιστήμες τέτοιων θεωριών όπως η γεωμετρία των φράκταλ, η κβαντομηχανική, η θεωρία των καταστροφών και το θεώρημα του Goedel. Συγκεντρώνοντάς τις κάτω από την επιγραφή της "παραλογής," ο Lyotard προτείνει ότι θα μας επιτρέψουν "να εξαπολύσουμε έναν πόλεμο εναντίον της ολικότητας, να γίνουμε μάρτυρες αυτού που δεν μπορεί να παρουσιασθεί, να ενεργοποιήσουμε τις διαφορές και να σώσουμε την τιμή του ονόματος" (σελ. 82).

 

Αν και τα επιχειρήματα του Lyotard εκφράζουν μια σύγχρονη δημοφιλή αλλεργία προς τις καθολικεύσεις, οι "παραλογές" του είναι μάλλον προκατειλημμένες και πολύ λίγο πειστικές. Το πρόβλημά τους, όπως έχει παρατηρήσει η Hayles (1990), είναι ότι συγχέουν τις επιστημονικές θεωρίες με τα κοινωνικά προβλήματα (ένα είδος κοινωνικού Δαρβινισμού) και ότι όλες τους, παρά το ότι κατέχουν μια τοπική υποστήριξη, περικλείουν κάποια χαρακτηριστικά μιας επανοριζόμενης ολικότητας. Θα μπορούσε όμως κανείς να συμφωνήσει με το συμπέρασμα του Αργυρού ότι τουλάχιστον ένα από τα θέματα του Lyotard αξίζει ειδικής προσοχής: αυτό είναι σύμφωνα με τον Αργυρό (Argyros, 1991) "το ερώτημα του αν η σημασία και η πραγματική χρησιμότητα των γλωσσικών παιχνιδιών, με τα οποία ο Lyotard εννοεί εν γένει τις σημειωτικές ανταλλαγές, καλύτερα περιγράφονται σαν τοπικά ή ολικά φαινόμενα" (σελ. 234).

 

Κάτι άλλο που επίσης φαίνεται να έχει πολύ ενδιαφέρον είναι η σύγκριση και αντιπαραβολή της έμφασης του Lyotard για τους ανταγωνισμούς ("ο καταστροφικός ανταγωνισμός είναι στην κυριολεξία ο κανόνας," σελ. 59) με τις απόψεις του Prigogine για μια συνεργατική και επικοινωνιακή συμπεριφορά μακριά από συνθήκες ισορροπίας. Στο βιβλίο τους Order Out of Chaos (1984) ο Prigogine και η Stengers διατυπώνουν αυτές τις απόψεις σε μια συζήτηση της μοριακής βάσης των μη γραμμικών χημικών αντιδράσεων: "Στην ισορροπία τα μόρια συμπεριφέρονται ως ουσιαστικά ανεξάρτητες οντότητες, αγνοούν το ένα τα άλλα. Θα μπορούσαμε να τα ονομάσουμε "υπνόνια," "υπνοβάτες." ... Όμως, η μη ισορροπία τα ξυπνά και εισάγει κάποια συνοχή εντελώς ξένη προς την ισορροπία" (σελ. 180-81).

 

Έτσι, η συνεργατική διαλεκτική του Prigogine επιβάλλεται των ανταγωνιστικών παραλογών του Lyotard και στοχεύει στην προοπτική της ανανέωσης της σχέσης του ανθρώπου με την φύση. Όπως το βλέπει ο Αργυρός (Argyros, 1991), "η εκδοχή του Prigogine της μετανεωτερικής επιστήμης δεν είναι η καλλιέργεια ασυνεχειών και παραδόξων αλλά ένας νέος διάλογος με τον φυσικό κόσμο που σέβεται και την ετερότητά του και την θεμελιώδη συνέχειά μας με αυτόν" (σελ. 235). Αν και αυτό είναι ένα αισιόδοξο συμπέρασμα, υπάρχει και μια απαισιόδοξη συνέπεια: "Αυτό οδηγεί και στην ελπίδα και στην απειλή: ελπίδα, γιατί ακόμη και οι μικρές διαταραχές μπορούν να αυξηθούν και να μεταβάλουν τη συνολική δομή. Με αποτέλεσμα, η ατομική δραστηριότητα να μην είναι καταδικασμένη να παραμένει ασήμαντη. Από την άλλη όμως μεριά, αυτό είναι και απειλή, αφού στο σύμπαν μας η ασφάλεια των σταθερών, διαρκών κανόνων φαίνεται να έχει φύγει για πάντα" (Prigogine & Stengers, 1984, σελ. 313). Η επίκληση του Prigogine για μια ηθική υπευθυνότητα αντιπροσωπεύει μια θαρραλέα ασυμβίβαστη θέση μπροστά σε ένα μεταβαλόμενο χαοτικό σύμπαν.

 

Στην βάση της αντίθεσης Prigogine/Lyotard υπάρχει μια περίπλοκη σχέση μεταξύ της μη γραμμικής επιστήμης του χάους και του μετανεωτερικού λόγου της αποδόμησης. Καταρχάς, υπάρχει ένας εκπληκτικός παραλληλισμός μεταξύ του χάους και της αποδόμησης σε μια ποικιλία κατευθύνσεων. Για παράδειγμα, η αρχική εστίαση της δουλειάς του Derrida (1976, 1978) ήταν η αποδόμηση του Saussurιανού σημείου. Αυτό μπορεί να καταγραφεί σαν μια προσπάθεια να αποκατασταθεί μια μη γραμμική σχέση μεταξύ του σημαίνοντος και του σημαινομένου, ή μεταξύ του σημείου και του αναφερομένου, και να υποδηλωθούν οι αποσταθεροποιητικές συνέπειες που σχηματίζονται σε περιπτώσεις έλλειψης δυνατοτήτων απόφασης. Ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό αφορά την ανοικτή δομή και τον άπειρο διασκορπισμό των κειμένων, τα οποία έτσι γίνονται επεξεργάσιμα από μια ατέλειωτη σειρά επαναληπτικών διαδικασιών. Με αποτέλεσμα, τα σύνορα μέσα στο κείμενο και μεταξύ των κειμένων να μην είναι σταθερά, έτσι ώστε μια απειρία κειμένων και νοηματικών σχηματισμών να μπορούν να διεισδύουν μέσα σε άλλα κείμενα και σε άλλους νοηματικούς σχηματισμούς. Σύμφωνα με την Hayles, "και των δυο (δηλαδή, του χάους και της αποδόμησης) οι λόγοι αναστρέφουν κάποιες παραδοσιακές προτεραιότητες: το χάος θεωρείται γονιμότερο της τάξης, η αβεβαιότητα χαίρει περισσοτέρων προνομίων από την δυνατότητα προβλέψεων και ο κατακερματισμός γίνεται αντιληπτός σαν η πραγματικότητα που οι αυθαίρετοι ορισμοί της κλειστότητας θα αρνιόντουσαν" (Hayles, 1989, σελ. 314). Η αιτία που οι δυο θεωρίες εμφανίζονται να βρίσκονται σε μια τέλεια αναλογία είναι, πάλι σύμφωνα με την Hayles, "όχι γιατί παράγονται από κάποια κοινή πηγή ή γιατί έχουν επηρεάσει η μια την άλλη, αλλά γιατί οι κεντρικές ιδέες τους σχηματίζουν ένα διασυνδεόμενο δίκτυο, κάθε μέρος του οποίου οδηγεί σε κάθε άλλο μέρος" (Hayles, 1990, σελ. 184).

 

Παρόλα αυτά υπάρχουν πολλές σοβαρές διαφορές μεταξύ αποδόμησης και χάους. Ακολουθώντας την Hayles (1989, 1990), ας αναφερθούμε σε κάποιες από αυτές. Το χάος είναι μια μαθηματική θεωρία που ασχολείται με έννοιες ακριβώς ορισμένες, αριθμητικά (ποσοτικά) υπολογίσιμες και, ως ένα βαθμό, υποκείμενες σε μια σειρά από αποδεικνυόμενα θεωρήματα και άλλα αυστηρά αποτελέσματα. Η αποδόμηση αφορά την γλώσσα και κάποιες κειμενικές οντότητες, που μετά βίας υπόκεινται σε οποιοδήποτε ουσιαστικό (μαθηματικό) φορμαλισμό. Ένα μέτρο αυτών των διαφορών είναι η διαφωνία ως προς το πόσο επεκτείνεται το χάος: για τον Derrida, το κειμενικό χάος είναι σχεδόν πανταχού παρόν, αλλά στις θεωρίες του χάους νησίδες τάξης κάποτε ανακαλύπτονται μέσα σε ωκεανούς τυχαιότητας (ή και το αντίστροφο). Επιπλέον, ενώ συχνά στο χάος συναντιέται μια μετάβαση από την τάξη στην τυχαιότητα, η αποδόμηση υιοθετεί μια αποκαλυπτική ρήξη με το λογοκεντρισμό. Τέλος, μολονότι η αναγνώριση του λάθους και η επανάκτηση από την πλάνη θεωρούνται τυπικές επιστημονικές πρακτικές, όπως μαρτυρεί η αρχή της διαψευσιμότητας του Popper (1965), για την αποδόμηση οι καταστάσεις αυτές είναι καταδικασμένες να περιέλθουν στο απώτερο πυρ. Έτσι, συμπεραίνει η Hayles (1989): "Οι διαφορές αυτές είναι συμπτωματικές των διαφορετικών αξιών, με τις οποίες τα δυο στρατόπεδα περιβάλλουν το χάους. Για την αποδόμηση, το χάος αποκηρύσσει την τάξη. Για την επιστήμη, το χάος δημιουργεί την δυνατότητα της τάξης" (1990, σελ. 184).

 

 

ΑΝΑΦΟΡΕΣ

 

 

Επαφή

Et ego in Arcadia sum

efthimiopoulos@hotmail.com

Αναζήτηση στο site

© 2013 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode