ΣΥΣΤΗΜΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΜΟΝΤΕΛΟΠΟΙΗΣΗ

 

 

 Η προσυστημική σκέψη χαρακτηριζόταν από διαμάχες μεταξύ μηχανιστικής προσέγγισης και βιταλισμού (Flood and Jackson, 1991). H μηχανιστική σκέψη βασίζεται στην ανάλυση και στην αναγωγή, καθώς θεωρεί ότι όλα τα αντικείμενα και τα φαινόμενα μπορούν να γίνουν κατανοητά υπό όρους θεμελιωδών στοιχείων. Παρόλα αυτά, το μηχανιστικό μοντέλο δεν μπορούσε να εξηγήσει τη συμπεριφορά πολύπλοκων φαινομένων, επιτρέποντας έτσι στο βιταλισμό (ζωτικοκρατία) να διατυπώνει εικασίες πως κάποια μυστηριώδης δύναμη ενοικούσε σε πολύπλοκες οντότητες, όπως οι οργανισμοί.

Η συστημική σκέψη εμφανίζεται για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1940, ως απάντηση στην αποτυχία της μηχανιστικής σκέψης να εξηγήσει βιολογικά φαινόμενα.

Υποστηρίζει πως οι οργανισμοί πρέπει να αντιμετωπίζονται ως συνολικές οντότητες ή συστήματα, των οποίων η ταυτότητα και η ακεραιότητα πρέπει να γίνουν σεβαστές. Οι πρώτοι συστημικοί επιστήμονες αναφέρουν ότι οι οργανισμοί έχουν αναδυόμενες (emergent) ιδιότητες, οι οποίες δεν υπάρχουν στα τμήματα τους.

Η βασική θεώρηση των μηχανιστών ότι το σύμπαν αποτελείται από κομμάτια, τακτοποιημένα ιεραρχικά, καθένα από τα οποία μπορούν να μελετηθούν ανεξάρτητα, τίθεται υπό αμφισβήτηση. Βέβαια, η συστημική σκέψη, αναπτύχθηκε ως εναλλακτική της μηχανιστικής και αποδείχτηκε ικανοποιητικότερη για την εξήγηση όχι μόνο πολύπλοκων βιολογικών, αλλά και κοινωνικών φαινομένων.

Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα οργανώσεων που απέτυχαν να λειτουργήσουν καλά ως όλον, όταν όλα τα µέρη τους βελτιστοποιήθηκαν χωριστά.

Μια τέτοια μετατόπιση από τη μηχανιστική στη συστημική σκέψη χαρακτηρίζεται από αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε ορισμένες έννοιες και φαινόμενα. Για παράδειγμα, στη μηχανιστική σκέψη, ένα σύστημα είναι ένα σύνολο μερών, όπου ‘το όλο είναι ίσο µε το άθροισμα των μερών.

Στη συστημική σκέψη, το όλο υπερβαίνει το άθροισμα των μερών του, αφού σύστημα είναι ένα πολύπλοκο και εξαιρετικά διασυνδεδεμένο δίκτυο μερών, το οποίο ως σύνολο επιδεικνύει ιδιότητες που δεν ενυπάρχουν στα μέρη που το αποτελούν (Flood and Jackson, 1991).

 




Κλείνοντας τη συγκεκριμένη παράγραφο, να σημειώσουμε πως η συστημική σκέψη δεν ασχολείται µε ένα συγκεκριμένο είδος φαινομένων (όπως η φυσική ή η χημεία), δεν αποτελεί µια σύνθεση επιμέρους επιστημονικών πεδίων (όπως η βιοχημεία), ούτε εστιάζει σε μια περιοχή ενδιαφέροντος που απαιτεί τη συμβολή πολλών γνωστικών αντικειμένων (όπως η διοίκηση επιχειρήσεων). Η συστημική σκέψη αποτελεί μία μετα-επιστήμη (meta-discipline), το αντικείμενο της οποίας είναι εν δυνάμει όλα τα επιστημονικά πεδία (Chekland, 1981).

 

 

Η συστημική γλώσσα
 

Στην προηγούμενη παράγραφο παρουσιάστηκε η αναγκαιότητα της συστημικής σκέψης, ενώ δόθηκαν και οι απαραίτητοι ορισμοί του συστήματος. Στο σημείο αυτό, θα παρουσιαστούν οι κύριες έννοιες μιας γενικευμένης αντίληψης για το σύστημα

Για μια ολοκληρωμένη περιγραφή ενός συστήματος, οι όροι που χρησιμοποιούνται στην εικόνα (εισροή, εκροή, όρια, περιβάλλον, υποσύστημα, σχέση, στοιχείο) συ πληρώνονται από έννοιες όπως συνέργεια, ιδιότητες, μετασχηματισμός, ανάδραση, σκοπός, ομοιόσταση, επικοινωνία, έλεγχος, ταυτότητα και ιεραρχία.
Πιο συγκεκριμένα, ένα σύστημα απαρτίζεται από έναν αριθμό στοιχείων και από τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους. Γύρω από το διαδραστικό σύνολο στοιχείων, μπορεί να χαραχθεί ένα όριο, το οποίο διαχωρίζει το σύστημα από το περιβάλλον.

Στη περίπτωση που το όριο είναι διαπερατό και επιτρέπει εισροές από το περιβάλλον και εκροές σε αυτό, το σύστημα ονομάζεται ανοικτό. Ένα σύστημα το οποίο σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον διατηρεί ταυτότητα και σταθερές μετασχηματιστικές διαδικασίες στο χρόνο, επιδεικνύει κάποια μορφή ελέγχου.

Σημαντικό ρόλο στην ομοιόσταση ενός συστήματος εκτός από τον έλεγχο, διαδραματίζει η επικοινωνία και η ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στα στοιχεία. Ο όρος συνέργεια αναφέρεται στην αυξημένη αξία μερών από τα οποία αποτελείται το σύστημα. Τα συστήματα εκδηλώνονται σε ιεραρχίες, ώστε ένα σύστημα που εξετάζουμε μπορεί να θεωρηθεί και υποσύστημα ενός ευρύτερου συστήματος.

Ο βιολόγος von Bertalanffy (1951, 1968) διατυπώνοντας τη ΓενικήΘεωρίαΣυστημάτων (General System Theory) εξέλαβε τον έμβιο οργανισμό ως μοντέλο και παρατήρησε ότι οι παραπάνω συστημικές έννοιες αφορούν όλα τα είδη συστημάτων.

Η Γενική Θεωρία Συστημάτων από την εποχή της διατύπωσης της μέχρι σήμερα, έχει να επιδείξει μεγάλο πλήθος εφαρμογών με αναφορές σε ένα ευρύ φάσμα επιστημών. Ως χαρακτηριστικά (και τελείως διαφορετικά μεταξύ τους παραδείγματα) αναφέρουμε εργασίες που ανήκουν στο πεδίο της επιχειρησιακής έρευνας (Sagasti and Mitroff, 1973) και της γεωγραφίας (Haigh, 1985) ή ακόμα και μελέτες που αναφέρονται στην ηλιακή ακτινοβολία (Chepurnoj, 1988), την ανάπτυξη λογισμικού (Vos, 1994), ή σε ένα εθνικό σύστημα καινοτομίας (Kwanjai, 2000).

Νωρίτερα επισημάναμε ότι η Γενική Θεωρία Συστημάτων μπορεί να εφαρμοσθεί σε όλους τους τύπους των συστημάτων. Για να παρουσιάσουμε τα διαφορετικά είδη συστημάτων, θα στηριχθούμε στην τυπολογία 5 του Checkland (1971), ο οποίος διακρίνει τέσσερεις κατηγορίες:
− φυσικά (natural) συστήματα, τα οποία αναφέρονται σε συστήματα που υπάρχουν στο σύμπαν (από υποατομικά σωματίδια, έως γαλαξίες)
− τεχνητά (designed) συστήματα, τα οποία έχουν κατασκευαστεί από τον άνθρωπο και μπορεί να είναι απτά (πχ. εργαλεία, μηχανές) ή αφηρημένα (πχ. μαθηματικά)
− συστήματα ανθρώπινης δραστηριότητας (human activity systems), τα οποία έχουν δημιουργηθεί από τον άνθρωπο για να επιτελούν μια συγκεκριμένη σύνθετη λειτουργία,
− κοινωνικά (social) συστήματα, όπως ένα επιμελητήριο, ένας μη κυβερνητικός οργανισμός κλπ.

© 2013 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode