O LACAN ΚΑΙ H  ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ

 

ΔΙΑΛΕΞΗ : Ψυχανάλυση και Κυβερνητική, ή περί της φύσεως της γλώσσας J. Lacan, 22 Ιουνίου 1955 – Περιοδικό αληthεια (Νο 4-5) : Χ. Ράπτης, Δ. Βεργέτης


‘ Όλη η Ψυχανάλυση ορθώς θεμελιώνεται πάνω στο γεγονός ότι, το να αποσπάσουμε κάτι το έγκυρο από τον ανθρώπινο λόγο, δεν είναι ζήτημα Λογικής’
‘ H Κυβερνητική μας φανερώνει, πως υπάρχει κάτι στη συμβολική λειτουργία του ανθρώπινου λόγου που δεν μπορεί να εξαλειφθεί, κι αυτό είναι ο ρόλος που παίζει σ΄ αυτήν το φαντασιακό’

‘ Αν αναδεικνύει κάτι η Κυβερνητική, αυτό είναι η διαφορά της ριζικής συμβολικής τάξης και της φαντασιακής τάξης’


Ιδού τι καταδεικνύει την ουσιώδη διάκριση μεταξύ των δύο επιπέδων –εκείνου του φαντασιακού και εκείνου του συμβολικού. Υπάρχει μια αδράνεια του φαντασιακού την οποία βλέπουμε να εμφιλοχωρεί στον λόγο του υποκειμένου, η οποία σκοτίζει τον λόγο και έχει ως αποτέλεσμα να μην αντιλαμβάνομαι ότι, όταν θέλω το καλό κάποιου, θέλω το κακό του, ότι όταν τον αγαπώ, τον εαυτό μου αγαπώ, ή όταν νομίζω ότι αγαπώ τον εαυτό μου, εκείνη ακριβώς τη στιγμή είναι που αγαπώ έναν άλλο. Αυτή τη φαντασιακή σύγχυση εναπόκειται ακριβώς στη διαλεκτική άσκηση της ανάλυσης να τη διασκεδάσει και να αποδώσει στο λόγο το νόημά του ως λόγου. Το ζήτημα είναι αν το συμβολικό υπάρχει ως τέτοιο ή αν το συμβολικό είναι απλώς και μόνον η φαντασίωση δευτέρου βαθμού των φαντασιακών συναρμογών. Εδώ είναι που συντελείται η εκλογή μεταξύ δύο προσανατολισμών της ανάλυσης..
Δεδομένου επίσης ότι, μέσω των περιπετειών της ιστορίας, όλα τα νοήματα έχουν συσσωρευτεί εδώ και πολύ καιρό δίκην έρματος της σημασιολογίας, το ζητούμενο είναι άραγε να ακολουθήσουμε το υποκείμενο στην κατεύθυνση που έχει δώσει, από τούδε και στο εξής, στον λόγο του, ως προς το ότι γνωρίζει ότι κάνει ψυχανάλυση και ότι η ψυχανάλυση έχει διατυπώσει ορισμένους κανόνες; Το ζητούμενο είναι άραγε να το ενθαρρύνουμε να είναι καλοσυνάτο, να γίνει ένας σωστός άνθρωπος που έχει να κατακτήσει την ενστικτική ωριμότητά του, έχοντας αφήσει πίσω του τα στάδια όπου δεσπόζει η εικόνα του τάδε ή του δείνα στομίου; Το ζητούμενο, στην ανάλυση, είναι άραγε μια συναρμογή μ΄αυτές τις θεμελιώδεις εικόνες, μια διόρθωση, μια κανονικοποίηση με όρους φαντασιακού, ή μήπως μια απελευθέρωση του νοήματος στον λόγο, σ΄αυτή τη συνέχεια του οικουμενικού λόγου, δέσμιο του οποίου είναι το υποκείμενο; Εδώ είναι που οι σχολές αποκλίνουν.
Ο Freud είχε στον ύψιστο βαθμό αυτή την αίσθηση του νοήματος, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα ορισμένα από τα έργα του, τα Τρία κουτιά παραδείγματος χάριν, να διαβάζονται σαν να τα έχει γράψει μάντης, σαν να τα καθοδηγεί ένα νόημα που αντιστοιχεί στην τάξη της ποιητικής έμπνευσης. Το ζήτημα είναι αν ή όχι η ανάλυση θα συνεχίσει στην κατεύθυνση του Freud, αναζητώντας όχι το άφατο, αλλά το νόημα.
Ποιο είναι το νόημα του νοήματος; Το νόημα είναι ότι το ανθρώπινο ον δεν είναι κύριος αυτής της πρωταρχικής και αρχέγονης γλώσσας. Είναι εριμμένο εντός της, δέσμιο, είναι παγιδευμένο στα γρανάζια της.
Την απαρχή δεν τη γνωρίζουμε. Μας λένε, για παράδειγμα, ότι οι πληθικοί αριθμοί εμφανίστηκαν στις γλώσσες πριν από τους διατακτικούς αριθμούς. Ποιος θα το περίμενε. Θα θεωρούσαμε ότι ο άνθρωπος εισάγεται στην έννοια του αριθμού δια της οδού του διατακτικού, μέσω του χορού, της πολιτικής και θρησκευτικής ακολουθίας, της τάξης των πρωτοκαθεδριών, της οργάνωσης της πόλεως, που δεν είναι τίποτε άλλο από τάξη και ιεραρχία. Κι όμως, ο πληθικός αριθμός εμφανίζεται πρώτα, με βεβαιώνουν οι γλωσσολόγοι.
Πρέπει να μείνουμε έκθαμβοι με το παράδοξο. Ο άνθρωπος δεν είναι εδώ κύριος στον οίκο του. Υπάρχει κάτι μέσα στο οποίο εντάσσεται, και το οποίο ήδη άρχει δια των συνδυασμών του. Η μετάβαση του ανθρώπου από την τάξη της φύσης στην τάξη του πολιτισμού ακολουθεί τους ίδιους μαθηματικούς συνδυασμούς που θα χρησιμεύσουν στην διαδικασία της ταξινόμησης και της εξήγησης. Ο Claude Levi-Strauss τους ονομάζει στοιχειώδεις δομές της συγγένειας. Κι όμως, οι πρωτόγονοι άνθρωποι υποτίθεται ότι δεν είναι εφάμιλλοι του Pascal. Ο άνθρωπος είναι συνδεδεμένος με όλο του το είναι στην ακολουθία των αριθμών, σ΄ένα αρχέγονο συμβολισμό ο οποίος διαχωρίζεται από τις φαντασιακές αναπαραστάσεις. Εν μέσω αυτού ακριβώς κάτι το ανθρώπινο θα πρέπει να καταστεί αναγνωρίσιμο. Όμως, αυτό που θα πρέπει να καταστεί αναγνωρίσιμο, μας διδάσκει ο Freud, δεν εκφράζεται, αλλά απωθείται.
Σε μια μηχανή, αυτό που δεν έρχεται εγκαίρως, παραπίπτει απλώς και δεν διεκδικεί τίποτα. Στον άνθρωπο, δεν συμβαίνει το ίδιο, η διάταξη είναι ζωντανή, και αυτό που δεν ήλθε εγκαίρως, παραμένει εν εκκρεμότητι. Περί αυτού πρόκειται στην απώθηση.
Αναμφίβολα, κάτι που δεν εκφράζεται, δεν υπάρχει. Όμως, το απωθημένο είναι πάντοτε εκεί, εμμένοντας, και απαιτώντας να είναι. Η θεμελιώδης σχέση του ανθρώπου μ΄αυτή τη συμβολική τάξη είναι ακριβώς που θεμελιώνει τη συμβολική τάξη αυτή καθαυτή -η σχέση του μη όντος με το είναι.
Αυτό που επιμένει να ικανοποιηθεί δεν μπορεί να ικανοποιηθεί παρά αναγνωριζόμενο. Το τέλος της συμβολικής διαδικασίας συνίσταται στο ότι το μη ον αρχίζει να είναι, ότι είναι γιατί μίλησε. Jacques Lacan

© 2013 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode