ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ Β' ΤΑΞΗΣ

 

 

Το 1970 κατά την διάρκεια της συνάντησης της Αμερικανικής Εταιρείας Κυβερνητικής στην Φιλαδέλφεια, ο Heinz Von Foerster επιχείρησε να ξαναστρέψει την προσοχή στα αρχικά ενδιαφέροντα που είχαν οδηγήσει στην θεμελίωση της κυβερνητικής. Στην εργασία του, με τίτλο “Η Κυβερνητική της Κυβερνητικής” έκανε την διάκριση μεταξύ της κλασικής κυβερνητικής, από αυτήν που ονόμασε “κυβερνητική δευτέρας τάξης” και την περιέγραψε σαν “κυβερνητική των συστημάτων που παρατηρούν.” Μερικές φορές, με την ίδια έκφραση (“observing systems,” στα αγγλικά), ο Von Foerster εννοούσε και το “παρατηρώντας τα συστήματα,” δηλαδή, την πράξη της παρατήρησης των συστημάτων (Von Foerster, 1981).

Παρόμοιες με του Von Foerster διακρίσεις των φάσεων της κυβερνητικής έχουν γίνει και από πολλούς άλλους μελετητές. Έτσι, ο Gordon Pask όρισε την κυβερνητική πρώτης τάξης σαν την κυβερνητική που ασχολείται με το σκοπό του μοντέλου, ενώ τη κυβερνητική δευτέρας τάξης την όρισε σε σχέση με τον σκοπό του μελετητού του μοντέλου (Umpleby, 1990). Για τον Francisco Varela η κυβερνητική πρώτης τάξης ασχολείται με ελεγχόμενα συστήματα, ενώ η κυβερνητική δευτέρας τάξης με αυτόνομα συστήματα (Varela, 1979). Επίσης, ο Stuart Umpleby πρότεινε ακόμη τους παρακάτω δυο τύπους διακρίσεων Σύμφωνα με την πρώτη διάκριση του Umpleby, η κυβερνητική πρώτης τάξης αφορά τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των μεταβλητών ενός συστήματος, ενώ η κυβερνητική δευτέρας τάξης αφορά την αλληλεπίδραση μεταξύ του παρατηρητού και του παρατηρουμένου συστήματος. Και κατά την δεύτερη διάκριση του Umpleby, η κυβερνητική πρώτης τάξης αντιστοιχεί σε θεωρίες κοινωνικών συστημάτων, ενώ η κυβερνητική δευτέρας τάξης αντιστοιχεί στην αλληλεπίδραση μεταξύ ιδεών και κοινωνίας (Umpleby, 1990).

cybernetics army, concept art soldiers Stock Photo - 15393205

Ενώ η κυβερνητική πρώτης τάξης έδινε έμφαση σε μηχανισμούς αρνητικής ανατροφοδότησης, δηλαδή, ανατροφοδότησης μείωσης της απόκλισης, η κυβερνητική δευτέρας τάξης στράφηκε προς τους μηχανισμούς της θετικής ανατροφοδότησης ή ανατροφοδότησης αύξησης της απόκλισης. Στην περίπτωση θετικής ανατροφοδότησης, καθώς η έξοδος του συστήματος επιστρέφει στην είσοδο, αυξάνεται η απόκλιση από μια τιμή σύγκρισης με αποτέλεσμα να αποσταθεροποιείται συνεχώς η κατάσταση του συστήματος, έτσι ώστε αυτό είτε να αποδομείται και να διαλύεται πλήρως ή να αναδομείται και να αναδιαμορφώνεται σε μια νέα κατάσταση, όπως γίνεται στην περίπτωση της μορφογένεσης (Clemson, 1984).

Η κυβερνητική πρώτης τάξης μπορεί να περιελάμβανε σημαντικούς βιολόγους, όπως, για παράδειγμα τον Ludwig von Bertalanffy, η μεγάλη ώθηση για την κυβερνητική δευτέρας τάξης προήλθε επίσης από την βιολογία, την νευροφυσιολογία και αργότερα και από την επιστημολογία. Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει ότι η βιολογία δεν χρησιμοποιεί καθόλου έννοιες της κυβερνητικής πρώτης τάξης. H ομοιόσταση, για παράδειγμα, είναι μια πολύ σημαντική έννοια της βιολογίας που χρησιμοποιείται για να εξηγηθούν διάφορες διεργασίες, όπως το ορμονικό ισοζύγιο, η διατήρηση της θερμοκρασίας κλπ. Όμως πολλά βιολογικά φαινόμενα, όπως η μορφογένεση, που έχουν να κάνουν με ανάπτυξη, μεταβολή και ανάδυση, ερμηνεύονται μέσω της κυβερνητικής δευτέρας τάξης (Clemson, 1984, Umpleby, 1990).

Το επίκεντρο των νέων θεωρητικών εξελίξεων της κυβερνητικής δευτέρας τάξης ήταν το Εργαστήριο Βιολογικής Πληροφορικής BCL (Biological Computer Laboratory) που ίδρυσε το 1957 ο Von Foerster στο Πανεπιστήμιο του Illinois. Για είκοσι περίπου χρόνια (1957-1976) το εργαστήριο αυτό στέγαζε τις πιο προχωρημένες και επαναστατικές ιδέες πάνω στην αυτοοργάνωση και την αυτονομία των έμβιων συστημάτων. Σύμφωνα με τις ιδέες αυτές, η οργανωτική αυτονομία των ζωϊκών συστημάτων επιτυγχάνεται μέσω του υπολογισμού. Πρόκειται για μια τεράστια διαδικασία αυτοϋπολογισμού, γιατί αναπτύσσεται μια βιολογική υπολογιστική δραστηριότητα, η οποία από τη μια παράγει την δομή του έμβιου οργανισμού και από την άλλη συμβάλλει στην διατήρηση της ύπαρξής της και της οργανωτικής της ταυτότητας μέσα στις δύσκολες συνθήκες του περιβάλλοντος (Codd, 1968, Δημητρίου, 1987).

Στην κυβερνητική πρώτης τάξης τα συστήματα συμπεριφέρονται σαν ετερόνομες μονάδες που αλληλεπιδρούν με μια αναπαραστασιακή λογική αντιστοιχήσεων. Αντίθετα, τα συστήματα της κυβερνητικής δευτέρας τάξης συγκροτούν αυτόνομες μονάδες και καθορίζονται από μια εσωτερική σε αυτά δυναμική, σύμφωνα με μια λογική όχι αναπαράστασης αλλά συνοχής. Επομένως, τα συστήματα αυτά έχουν μια δική τους κλειστή οργάνωση και συγκρότηση συνοχής, είναι, δηλαδή, αυτο-οργανωμένα και, στον βαθμό που ενσωματώνεται και η ίδια η πράξη της παρατήρησης μέσα στην περιγραφή τους, γίνονται αυτο-ποιητικά και αυτο-αναφερόμενα. Η διαμόρφωση της θεωρίας της αυτοποίησης για βιολογικά και γνωσιακά συστήματα έχει συντελεσθεί με το έργο των H. Maturana και F. Varela (Maturana & Varela, 1980 & 1988), οι οποίοι προχώρησαν την αυτοπαθητική λογική της κυβερνητικής δευτέρας τάξης προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης μιας ριζοσπαστικής επιστημολογίας, που απέρριπτε την παραδοσιακή αιτιότητα. Σύμφωνα με την λογική αυτή, ένα γεγονός δεν προκαλεί απλώς κάποιο άλλο, αλλά μάλλον αποτελεί την αιτία για να ενεργοποιηθούν κάποια αποτελέσματα μέσα στην αυτοοργανωτική λειτουργία του συστήματος.

Οι Maturana και Varela όρισαν ένα αυτοοργανωμένο σύστημα σαν μια σύνθετη ενότητα: η οργανωτική συνοχή της δομής εξασφαλίζει την ενότητα που είναι σύνθετη, γιατί το σύστημα αποτελείται από συστατικά στοιχεία, των οποίων οι μεταξύ τους σχέσεις, αλλά και με άλλα συστήματα, συγκροτούν την οργανωτική ταυτότητα που ορίζει το σύστημα. Έτσι, τα έμβια συστήματα διακρίνονται από την δική τους οργάνωση, που είναι μια αυτοαναφορική οργάνωση, αφού το βασικό χαρακτηριστικό της είναι το ότι τα συστήματα αυτά αποτελούν τα προϊόντα της ίδιας τους της οργάνωσης. Πρόκειται, δηλαδή, για μια κλειστή οργάνωση, που παράγει και τα συστατικά της στοιχεία και τις αλληλεπιδράσεις τους που χαρακτηρίζουν την αυτονομία της. Και για αυτό το λόγο, τα έμβια συστήματα αποτελούν κατά τους Maturana και Varela “αυτοποιητικές μηχανές,” ενώ τα υπόλοιπα οργανωμένα συστήματα δεν είναι παρά “αλλοποιητικές μηχανές,” όταν τα προϊόντα της λειτουργίας τους είναι διαφορετικά και εντελώς ανεξάρτητα από τις ίδιες (Maturana & Varela, 1988).

Πέρα από την βιολογία, η αυτοποιητική θεωρία διαχύθηκε και στις κοινωνικές επιστήμες με το έργο του γερμανού κοινωνιολόγου Niklas Luhmann (Luhmann, 1990), στον οποίο οφείλεται η ιδέα ότι τα αυτοοργανωμένα κοινωνικά συστήματα δεν αποτελούνται από άτομα ή ρόλους ή δράσεις, όπως συνήθως θεωρείται, αλλά τα συστατικά τους στοιχεία συγκροτούνται από νοηματικές επικοινωνιακές σχέσεις

© 2013 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode