ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΑ ΜΟΝΤΕΛΑ

 

 

Κυβερνητικά Μοντέλα

Μια βασική ιδιότητα της ύλης είναι η τάση για σταθερότητα. Η τάση αυτή μάς οδηγεί κατευθείαν στην έννοια της “δομής”. Μόνο μονάδες που διαθέτουν μιαν ορισμένη δομή διακρίνονται και για κάποια σταθερότητα. Η έννοια της δομής εξάλλου αποτελεί μια βασική ταξινομική αρχή. Η δομή του ατόμου ενός στοιχείου είναι που καθορίζει τις ιδιότητές του, και με βάση αυτή καταλαμβάνει την ιδιαίτερη θέση του στο περιοδικό σύστημα των στοιχείων (Varela, 1979).

Η σταθερότητα της δομής ενός στοιχείου είναι βέβαια σχετική. Σε φυσικές συνθήκες τα άτομα ορισμένων στοιχείων χάνουν ηλεκτρόνια της εξωτερικής τους στιβάδας και έτσι μετατρέπονται σε ιόντα. Σε συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών διαλύεται η δομή του ατόμου και έχουμε μόνο σωματίδια ύλης. Ένα στοιχείο που ξεχωρίζει τη ζωντανή οργανική ύλη από την ανόργανη είναι η πολυπλοκότητα της δομής. Την πολυπλοκότητα αυτήν την παρατηρούμε και στα τρία επίπεδα οργάνωσης της: α) στο επίπεδο των αμινοξέων, των στοιχειωδέστερων οργανικών ενώσεων, από τα οποία συντίθενται οι πρωτοπλασματικές ενώσεις και τα λευκώματα· β) στο επίπεδο του κυττάρου, της δομικής μονάδας του οργανισμού και γ) στον ίδιο τον οργανισμό σαν πολυκυτταρική ένωση (Bertalanffy, 1975).

Η δομή των ζωντανών οργανισμών, μας αναφέρει ο Piaget, είναι δυναμικής φύσης, δηλαδή περικλείει μέσα της στοιχεία που την ωθούν προς μια εξέλιξη. Η δομή της άψυχης ύλης θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί στατική. Ένα κτίριο είναι πάντα μια ακίνητη οικοδομή. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο με ένα ζωντανό οργανισμό, που η δομή του συνεχώς μεταβάλλεται. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις οι αλλαγές είναι εντελώς δραματικές, όπως στην περίπτωση της κάμπιας που μεταβάλλεται σε χρυσαλλίδα (Piaget, 1960).

Τη «λειτουργία» της δομής ενός ζωντανού οργανισμού τη χωρίζουμε σε μια σειρά επί μέρους λειτουργιών, παράλληλης σύνδεσης και κάθετης ιεράρχησης. Στην κορυφή της ιεραρχίας θα τοποθετήσουμε τις μεταβολικές λειτουργίες του οργανισμού, για την εξυπηρέτηση των οποίων σε τελευταία ανάλυση εκτελούνται όλες οι άλλες λειτουργίες (Αbraham & Shaw, 1985). Αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση γιατί μόνο έτσι εξασφαλίζεται η ανανέωση των δομικών συστατικών του οργανισμού, που συνεχώς φθείρονται, καταστρέφονται και αποβάλλονται (Varela, 1979).

Οι μεγαλομοριακές, οργανικές ενώσεις, καταστρέφονται πιο εύκολα από τις ενώσεις της ανόργανης ύλης. θα έλεγε κανείς ότι η πολυπλοκότητα μιας δομής είναι αντιστρόφως ανάλογη της χρονικής διάρκειας της ζωής της. Αυτή είναι μια αλήθεια ολοφάνερη στην ανόργανη ύλη, όπου τα στοιχεία επιβιώνουν περισσότερο από τις χημικές ενώσεις που σχηματίζουν. Στη ζωντανή ύλη μια οργανική ένωση αποσυντίθεται πρόωρα, όμως η ένταξή της στα πλαίσια μιας ευρύτερης δομής εξασφαλίζει την αντικατάστασή της. Τα κύτταρα ενός ανθρώπινου οργανισμού αναδομούνται συνεχώς και πολλά κύτταρα (π.χ. ερυθροκύτταρα η λευκοκύτταρα) πεθαίνουν και αντικαθίστανται από άλλα. Ενώ ο ίδιος ο άνθρωπος ζει περίπου 80 χρόνια, η κοινωνία στην οποία ανήκει ζει επί εκατοντάδες χρόνια, ενώ η ίδια η ανθρωπότητα έχει ζωή χιλιετιών. Οι επί μέρους οργανισμοί πεθαίνουν, η ίδια η ζωή είναι αθάνατη. Σημασία έχει το είδος, και όχι τα μέλη του, όπως στην πλατωνική φιλοσοφία σημασία έχει η ιδέα, που είναι αθάνατη, και όχι η εικόνα, χλωμή αντανάκλαση της ιδέας, που είναι άφθαρτη (Blalock, 1969).

Ο μεταβολισμός εξασφαλίζει την αντικατάσταση των δομικών στοιχείων του οργανισμού, παρατείνοντας έτσι τη ζωή του. Η αναπαραγωγή δημιουργεί ένα αντίγραφο του οργανισμού, εξασφαλίζοντας τη διαιώνισή του σαν είδος. Ο ζωντανός οργανισμός διακρίνεται για μια επιπλέον ιδιότητα που φέρει μέσα του, την ιδιότητα της εξέλιξης. Με αυτήν εννοούμε την ικανότητά του να γίνεται καλύτερος, που μεταφράζεται σε μεγαλύτερες μεταβολικές και αναπαραγωγικές ικανότητες, ώστε από τη μια ο ίδιος ο οργανισμός να επιβιώσει περισσότερο, από την άλλη ν» αφήσει όσο το δυνατόν περισσότερους και ικανότερους απογόνους (Hartnett, 1977). Η βελτίωση αυτή γίνεται σε φυλογενετικό επίπεδο μέσω της σεξουαλικής αναπαραγωγής και της φυσικής επιλογής, και σε οντογενετικό επίπεδο, που μας ενδιαφέρει εδώ, με τις ίδιες τις προσπάθειες του ατόμου, ν» αυξήσει τις ικανότητες του, την πείρα του, κ.λπ. Τις ικανότητες λοιπόν που διαθέτει το άτομο, κληρονομικές και επίκτητες, τις αναπτύσσει με στόχο την εκτέλεση των μεταβολικών και αναπαραγωγικών του λειτουργιών με τον καλύτερο τρόπο (π.χ. βελτίωση διατροφής, επιλογή κατάλληλου ερωτικού συντρόφου, άριστη ανατροφή απογόνων κ.α.). Οι λειτουργίες όμως αυτές εκτελούνται πάντοτε μέσα σε κάποιο περιβάλλον, και σε συνάρτηση με αυτό. Και γίνονται με τόσο πιο τέλειο τρόπο, όσο πιο άριστα ελέγχεται το περιβάλλον αυτό. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας, η αύξηση της παραγωγικότητας, αποτελούν ειδικές μορφές αυτής της προσπάθειας ελέγχου, ή για να το θέσουμε με πιο παραδοσιακούς όρους, ο άνθρωπος προσπαθεί να υποτάξει το περιβάλλον του και να το θέσει στην υπηρεσία του (Herman & Rosenberg, 1975).

Οι Ρώσοι φυσικοί L. Rastriguine και P. Grave προτείνουν ένα μοντέλο κυβερνητικού ελέγχου, στο οποίο είναι αναγκαίο να υπάρχουν: α) το υποκείμενο και β) το αντικείμενο ελέγχου. Για την άσκηση οποιουδήποτε ελέγχου απαιτούνται τα εξής στοιχεία:

  • πληροφορίες για το αντικείμενο
  • δίοδος ή μέσο επίδρασης πάνω στο αντικείμενο
  • τρόπος επίδρασης
  • σκοπός επίδρασης

Μας δίνουν το μαθηματικό μοντέλο:

Κ = φ (So, St, t)

όπου Κ είναι ο τρόπος επίδρασης ή συμπεριφορά, φ οι λογικοί υπολογισμοί που οδηγούν στη διαμόρφωση της συγκεκριμένης συμπεριφοράς, So η αρχική κατάσταση, St η τελική κατάσταση και t η χρονική παρέλευση από So σε S (Rastriguine & Grave, 1975).

Αν δεν γνωρίσουμε ένα αντικείμενο, δεν μπορούμε να επιδράσουμε πάνω του. Γι» αυτό μας χρειάζεται πρώτα μια όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη γνώση γι» αυτό. Ένα από τα στοιχεία που οδηγούν σε αυτή την ολοκληρωμένη γνώση είναι οι πληροφορίες που δεχόμαστε για αυτό. Και αυτές οι πληροφορίες αντλούνται κατά βάση από την επικοινωνία με τους συνανθρώπους μας. H θεωρητική προσέγγιση της πληροφορίας έγινε δυνατή μετά τη ραγδαία ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών, αφού εμφανίστηκαν ταυτόχρονα και τα προβλήματα μετάδοσής της. Τέτοια προβλήματα αναφέρονται στην εξάλειψη των θορύβων που αλλοιώνουν τη μετάδοση του μηνύματος, στον τρόπο κωδικοποίησης, στο πώς με λιγότερα σύμβολα να μεταδίδονται περισσότερες πληροφορίες.

Η αντίληψη που έχουμε για ένα αντικείμενο δεν καθορίζεται μόνο από τις πληροφορίες που διαθέτουμε για αυτό. Η Αντίληψη είναι ένας συνδυασμός εισόδου και μνήμης, σύμφωνα με τον “κυβερνητικό” ορισμό του George. Οι φυσιολόγοι τονίζουν ότι η αντίληψη είναι ένας συνδυασμός από αισθητηριακά δεδομένα (είσοδοι), που συγκρίνονται με πρότυπα που διαθέτουμε στη μνήμη μας. Μια οξυμμένη αντίληψη σημαίνει μεγάλο αριθμό τέτοιων προτύπων. Οι Εσκιμώοι π.χ. αντιλαμβάνονται ένα σωρό αποχρώσεις χιονιού (και το ονομάζουν διαφορετικά κάθε φορά η λέξη-σήμα συμβάλλει στη διάκριση τη στιγμή που εμείς απλώς βλέπουμε άσπρο χιόνι. Υπάρχουν πολλά ακόμα ανάλογα παραδείγματα. Η «μνήμη» αποτελεί μια από τις βασικές έννοιες της κυβερνητικής, συμπληρωματική της έννοιας «πληροφορία» (George, 1971). Μια μηχανική προέκταση της μνήμης είναι και τα διάφορα βιβλία, έγγραφα, κ.λπ. που διαθέτουν οι διάφορες επιχειρήσεις, εφημερίδες, αλλά και προσωπικά ο καθένας μας. Για να αξιοποιηθεί σωστά αυτή η μνήμη χρειάζεται μια σωστή αρχειοθέτηση, ώστε να μπορούμε να ανακαλούμε γρήγορα ό, τι στοιχεία θέλουμε (Blalock, 1969).

Ο Pekelis χωρίζει την πραγματικότητα σε τρία μέρη: «ένα μέρος ντετερμινιστικό, πού προκύπτει από γνωστά αίτια ικανά να υπολογιστούν με ακρίβεια, ένα πιθανοκρατικό μέρος, που μια κατάλληλη ανάλυση του μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση μιας πιθανοκρατικής κανονικότητας, και ένα συστατικό καθαρά τυχαίο, πού ξεφεύγει από κάθε αρχή πρόβλεψης». Η διάκριση αυτή σε τρία συστατικά μέρη έχει γνωσιολογικό και όχι οντολογικό χαρακτήρα. Η πραγματικότητα είναι ενιαία και αιτιοκρατική. Όμως η διακρίβωση των αιτιοκρατικών συνδέσεων συχνά όχι μόνο είναι δύσκολη και επίπονη, αλλά πολλές φορές και εντελώς ακατόρθωτη, ίσως δε και περιττή Οι τρόποι επίδρασης χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, ανάλογα με το αν οι προβλέψεις μας έχουν αιτιοκρατική ή πιθανοκρατική βάση. Όταν οι προβλέψεις μας είναι αιτιοκρατικά διαμορφωμένες, τότε έχουμε τους λεγόμενους «αλγόριθμους», που είναι λεπτομερείς και ακριβείς διαδικασίες επίδρασης. Όταν οι προβλέψεις μας είναι πιθανοκρατικής φύσης, τότε χρησιμοποιούμε “ευριστικούς” κανόνες, που είναι περίπου εμπειρικοί, στους οποίους έχουμε καταλήξει επαγωγικά, που ενέχουν δηλαδή πάντα κάποια περιθώρια λάθους. Για παράδειγμα, τέτοιοι ευριστικοί κανόνες είναι οι κανόνες παιχνιδιών, όπως το σκάκι. Και εδώ η συμβολή των ηλεκτρονικών υπολογιστών είναι πολύ μεγάλη, όταν τα δεδομένα είναι πάρα πολλά και ποικίλα, από τα οποία ένα ανθρώπινο μυαλό θα δυσκολευόταν να αντλήσει τα απαραίτητα διδάγματα (Pekelis,1975).

Στο κυβερνητικό μοντέλο συναντούμε ευριστικούς κανόνες και αλγόριθμους, ανάλογα με το αν οι προβλέψεις είναι πιθανοκρατικές ή αιτιοκρατικές. Η καλύτερη αναλογία που υπάρχει στα ζωντανά προσαρμοστικά συστήματα, σε επίπεδο ασυνείδητου ελέγχου, είναι τα ανεξάρτητα και τα εξαρτημένα ανακλαστικά. Τα ανεξάρτητα ανακλαστικά λειτουργούν σε μιαν αιτιοκρατική βάση. Η αντίδραση είναι πάντοτε δεδομένη και έμφυτη, ανάλογα με τη φύση του ερεθίσματος, γιατί και η αποτελεσματικότητα της είναι σίγουρη. Τα εξαρτημένα ανακλαστικά, αντίθετα, λειτουργούν σε πιθανοκρατική βάση. Για αυτό και ενισχύονται στο βαθμό που αυξάνουν οι πιθανότητες σύνδεσης δύο φαινομένων. Τόσο πιο πολύ αυξάνουν οι πιθανότητες, όσο πιο συχνά παρατηρούνται τα δύο φαινόμενα μαζί. Στην αντίθετη περίπτωση έχουμε εξασθένιση τους. Τα εξαρτημένα ανακλαστικά δηλαδή, λειτουργούν στη βάση επαγωγικών πιθανοκρατικών «συλλογισμών» ως προς τη σχέση δύο φαινομένων που συμβαίνουν διαδοχικά μέσα στο χρόνο. Τα ανακλαστικά ορίζονται από τους συμπεριφοριστές σαν οι στοιχειώδεις μονάδες της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η διαφοροποίηση του ανθρώπου από τα ζώα συνίσταται στο ότι έχει αναπτύξει τα στοιχεία του “κυβερνητικού μοντέλου” σε μεγάλο βαθμό (Wiener, 1948).

Η πρώτη μεγάλη επανάσταση, που οι επιστήμονες την ορίζουν σαν την απαρχή διαφοροποίησης του από τα ζώα, είναι η παραγωγή εργαλείων, επέκταση του μυϊκού του συστήματος και διεύρυνση της διόδου επίδρασής του στο περιβάλλον (Suppe, 1988). Ταυτόχρονα σχεδόν ανακαλύπτει και τον λόγο, σαν μέσο επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών. Μεγάλες ανακαλύψεις υπήρξαν το μικροσκόπιο και το τηλεσκόπιο, με τα οποία ο άνθρωπος πλουτίζει τις πληροφορίες του για το απείρως μεγάλο και το απείρως μικρό. Με το ραντάρ «βλέπει» κάτω από συνθήκες που δεν επιτρέπουν τη φυσική παρατήρηση, ενώ, χρησιμοποιώντας κιάλια υπέρυθρων ακτινών μπορεί να βλέπει και μέσα στο σκοτάδι. Με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές αξιοποιεί δεδομένα και λύνει προβλήματα με ακρίβεια και ταχύτητα ασύλληπτες για τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Η προσπάθεια σήμερα των επιστημόνων συγκεντρώνεται στη διεύρυνση της ανθρώπινης ευφυΐας, τη δημιουργία συστημάτων που θα μπορούν να προσδιορίζουν στόχους, να θέτουν προβλήματα, αυξάνοντας έτσι την προσαρμοστικότητα του ανθρώπου, δηλαδή την ικανότητα του να ζήσει καλύτερα (Kripke, 1972).

Οι περισσότερες προσπάθειες του σημερινού ανθρώπου στρέφονται στην ανάπτυξη της τεχνολογίας. Ο αιώνας μας είναι ο αιώνας της τεχνολογικής επανάστασης. Έτσι η συμβολή της κυβερνητικής είναι αναπόφευκτα σημαντικότερη σε τεχνολογικές εφαρμογές. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβερνητική δεν μπορεί να εφαρμοστεί και στις λεγόμενες ανθρωπιστικές επιστήμες. Ο ίδιος ο Wiener είχε αυτή τη φιλοδοξία, έχοντας συνείδηση των δυνατοτήτων της, και ένα χρόνο μετά την έκδοση της «Κυβερνητικής» (1948), εκδίδει το «Κυβερνητική και Κοινωνία», μια πρώτη προσπάθεια να μελετηθούν κοινωνικά προβλήματα κάτω από το πρίσμα της κυβερνητικής (Wiener, 1948).

© 2013 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode