ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ

 

 

 

 CLAUDE SHANNON

Η μαθηματική Θεωρία της Πληροφορίας των Shannon και Weaver, προσπάθησε να οριοθετήσει την έννοια της πληροφορίας που αποτελούσε πάντοτε ένα ακανθώδες πρόβλημα για τον άνθρωπο Στη θεωρία αυτή γίνεται λόγος για πρώτη φορά για μια μονάδα μέτρησης της πληροφορίας, το δυαδικό ψηφίο, το binary digit, που συντμήθηκε αργότερα από επιστήμονες του χώρου αρχικά σε binit και στη συνέχεια στο γνωστό μας bit. Το θέμα ήταν αν η πληροφορία έπρεπε να ορισθεί μόνο σαν μαθηματική έννοια, χωρίς καμιά αναφορά στα νοήματα, που δημιουργεί στον άνθρωπο, ή αν έπρεπε να συνδεθεί με τα νοήματα, με τα οποία την καταλάβαινε κανείς. Δυο ήταν οι βασικές συμβολές της θεωρίας της πληροφορίας: η πρώτη ήταν η πληροφορία οριζόταν ως μαθηματική έννοια, ανεξάρτητα από το νόημά της και η δεύτερη η προσπάθεια βελτιστοποίησης της μεταβίβασης του μηνύματος μέσω καναλιών επικοινωνίας (Shannon & Weaver, 1949).

 Η Θεωρία της Πληροφορίας που διατύπωσε ο CΙaude Shannοn ξεκίνησε την ψηφιακή επανάσταση που οδήγησε στην ανάμειξη στην εδραίωση νέων μέσων επικοινωνίας, μεταξύ των οποίων και το Διαδίκτυο. Χρησιμοποιήθηκε επίσης για να λυθούν γρίφοι σε γνωστικούς τομείς τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους όσο η πληροφορική, η γενετική μηχανική, τα νευρωνικά συστήματα, η γλωσσολογία, η φωνητική, η ψυχολογία και τα οικονομικά Μεταξύ άλλων άνοιξε νέους δρόμους στη μελέτη του Χάους και έφερε το Διάστημα πιο κοντά στον άνθρωπο. Από τη στιγμή ωστόσο που διατύπωσε τα θεωρήματά του, η Φύση δεν μπορούσε πια να αντιμετωπιστεί μόνο σαν ύλη και ενέργεια. Μία τρίτη συνιστώσα προστέθηκε στην προσπάθεια εξήγησης του κόσμου: η πληροφορία

Επηρεασμένοι από τις έννοιες της θεωρίας της πληροφορίας που ανέπτυξαν οι Claude Shannon και Warren Weaver, οι Άγγλοι ψυχολόγοι Collin Cherry και Donald Broadbent κατασκεύασαν ένα μοντέλο της ανθρώπινης σκέψης ως μία διαδικασία επεξεργασίας πληροφοριών. Η διαδικασία αρχίζει με εξωτερικές πληροφορίες οι οποίες μεταφέρονται μέσω των αισθητηρίων οργάνων στο γνωστικό σύστημα το οποίο έχει καλά καθορισμένες ικανότητες επεξεργασίας πληροφοριών. Η θεωρία επεξεργασίας πληροφοριών βοήθησε τους Άγγλους ψυχολόγους να μελετήσουν τις διαδικασίες της αντίληψης, της μνήμης και της λύσης ορισμένων πρακτικών προβλημάτων, με τα οποία είχαν ασχοληθεί κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, όπως π.χ. το πρόβλημα της αναγνώρισης των εχθρικών αεροπλάνων και της ερμηνείας εχθρικού κώδικα επικοινωνίας. Σύμφωνα με το μοντέλο που ανέπτυξε ο Broadbent, οι πληροφορίες που έρχονται στο γνωστικό σύστημα από μέσα από τα αισθητήρια όργανα περνούν σε μια βραχύχρονη αποθήκευση όπου φιλτράρονται επιλεκτικά πριν ενταχθούν σε ένα περιορισμένης χωρητικότητας αντιληπτικό σύστημα (Broadbent, 1958).

Το 1960 οι George Miller και Jerome Bruner ίδρυσαν το πρώτο Κέντρο Μελετών στη Γνωσιακή Επιστήμη στο Πανεπιστήμιο του Harvard. Ο George Miller διερεύνησε τους περιορισμούς που βάζει στη βραχύχρονη μνήμη το ανθρώπινο σύστημα επεξεργασίας πληροφοριών και ο Jerome Bruner μελέτησε την ικανότητα της κατηγοριοποίησης ως μια διαδικασία σχηματισμού και ελέγχου υποθέσεων. Ο Bruner και οι συνεργάτες του κατέληξαν στην διαμόρφωση ορισμένων στρατηγικών κανόνων που δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι κατηγοριοποιούν ομάδες αντικειμένων. Τόσο οι μελέτες του Bruner όσο και αυτές του Miller ήταν επαναστατικές για την εποχή τους, διότι ήταν αντίθετες με τις συμπεριφοριστικές αρχές ότι ο άνθρωπος είναι ένα παθητικό υποκείμενο που δέχεται εξωτερικά ερεθίσματα και επηρεάζεται από αμοιβές και ενισχύσεις. Τα υποκείμενα του Bruner ήταν ενεργητικά και σχημάτιζαν υποθέσεις τις οποίες ήταν ικανά να αναθεωρήσουν. Συγχρόνως, η ιδέα του Miller, όπως και των Cherry και Broadbent, ότι το γνωστικό σύστημα μπορεί να θέτει περιορισμούς στην επεξεργασία των εξωτερικών ερεθισμάτων, ήταν μια καινούρια ιδέα που έβαζε τις βάσεις για ένα νέο πεδίο επιστημονικής έρευνας με αντικείμενο αυτό το ίδιο το νοητικό σύστημα του ανθρώπου (Bruner et al 1956).

© 2013 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode