ΝΤΕΤΕΡΜΙΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ LAPLACE

 

Η επιτυχία των υπολογισμών στην πρόβλεψη της θέσεως ενός σώματος για μεγάλα χρονικά διαστήματα απετέλεσε τον θρίαμβο της αιτιοκρατίας. Αφού η εξέλιξη ενός φαινομένου που διέπεται από καθαρά αιτιοκρατικούς νόμους, όπως είναι οι νόμοι του Newton, έχει κατανοηθεί πλήρως και μπορεί να προβλεφθεί, εισήχθη με τον τρόπο αυτό στην επιστήμη η έννοια του ντετερμινισμού και ταυτόχρονα επικράτησε η πεποίθηση ότι οι όροι ντετερμινισμός και προβλεψιμότητα είναι ισοδύναμοι (Kitcher, 1993).

Ντετερμινισμός είναι η θεωρία που ισχυρίζεται πως οτιδήποτε συμβαίνει στο σύμπαν καθορίζεται επακριβώς από πρότερες συνθήκες (Chalmers, 1993). Όταν επομένως παρατηρείται ένα φαινόμενο, υπάρχουν οπωσδήποτε οι αυστηρά καθορισμένες συνθήκες ύπαρξης που το προκαλούν και αντίστροφα, όταν οι συνθήκες αυτές υπάρχουν το αντίστοιχο φαινόμενο και μόνο αυτό θα προκύψει υποχρεωτικά. Με απλούστερα λόγια τα ίδια αίτια προκαλούν τα ίδια αποτελέσματα. Αν αυτή η θεωρία είναι σωστή, τότε οτιδήποτε συμβαίνει στο σύμπαν, είτε ανήκει στο παρελθόν είτε στο παρόν είτε στο μέλλον, είναι παραγωγικά εξηγήσιμο. Η έννοια αυτή διαφέρει από το μοιραίο, την ειμαρμένη των Αρχαίων Ελλήνων, και από το φαταλισμό, γιατί ενώ για το φαταλισμό η ανάγκη είναι έξω από τα πράγματα, είναι υπερβατική και η φύση υπακούει σε μια δύναμη δυνατότερη από την ίδια, για το ντετερμινισμό είναι μέσα στα πράγματα, σύμφωνα με μια αλύγιστη νομοτέλεια (Θεοδωρίδης, 1955). Σύμφωνα με τη φιλοσοφική αυτή τάση, η οποία επηρέασε ιδιαιτέρως την επιστημονική σκέψη από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα, είναι αποδεκτή η ύπαρξη μιας καθολικής αιτιώδους και νομοτελειακής συνάφειας όλων των φαινομένων. Κατά συνέπεια δεν υπάρχουν ανεξήγητα ή τυχαία γεγονότα (Needham, 1969).

Η βασική διατύπωση του ντετερμινιστικού δόγματος που στηρίζεται στην μαθηματική ανάπτυξη του διαφορικού λογισμού και που αναφέρεται πιο συχνά είναι αυτή που προέρχεται από το έργο του Laplace “Αναλυτική Θεωρία των Πιθανοτήτων”, η οποία αποτέλεσε το σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής και αποκαλείται “διάνοια” ή “δαίμονας” του Laplace (Cummisky, 1992).

Η κεντρική επιστημολογική άποψη του δόγματος αυτού έχει ως εξής  (Nersessian, 1987):

“Αν υπήρχε μια διάνοια που να διαθέτει τη γνώση του συνόλου των δυνάμεων που κυβερνούν τη φύση, καθώς και της αντίστοιχης κατάστασης των όντων που την απαρτίζουν, μια διάνοια τέτοιου μεγέθους που να είναι σε θέση να υποβάλλει όλα αυτά τα δεδομένα σε ανάλυση, τότε θα μπορούσε να συμπεριλάβει μέσα στον ίδιο μαθηματικό τύπο τόσο την κίνηση των μεγαλύτερων σωμάτων του σύμπαντος όσο και αυτή των μικρότατων ατόμων”.

Ο δαίμονας του Laplace αποτελεί μια από τις ζωηρότερες εικόνες που αναδύθηκε μέσα από το σύνολο της βιβλιογραφίας για τον ντετερμινισμό και προϋποθέτει ότι το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι συνδεδεμένα με σχέσεις αιτιότητας. Κατά συνέπεια, το πρόβλημα της ακριβούς πρόγνωσης βρίσκεται στη δυσκολία της καταγραφής των σχετικών δεδομένων και της «προσωρινής» άγνοιας των νόμων που διέπουν τα φαινόμενα (Scott, 1984).

Η ψυχιατρική και όλες οι νευροεπιστήμες, στην προσπάθειά τους να κατανοήσουν τη φύση και τη λειτουργία του εγκέφαλου, βασίσθηκαν σε μεθοδολογία επηρεασμένη από τις φυσικές επιστήμες, που είχαν ως κύρια λογική την κατάτμηση του προβλήματος και την αναγωγή της λειτουργίας τού μέρους στο όλο. Ο αναγωγισμός αυτός των νευροεπιστημών οδήγησε στην πεποίθηση ότι η κατανόηση της υφής του εγκεφάλου μέσω της τοπογραφικής νευροανατομίας, καθώς και η κατανόηση της δομής και της λειτουργίας του νευρικού κυττάρου και των νευροδιαβιβαστών θα ανοίξουν το δρόμο για την κατανόηση της λειτουργίας του εγκεφάλου. Η ερευνητική αυτή προσπάθεια οδήγησε στη γνώση της ανατομικής υφής του εγκεφάλου, σε αποσπασματικές γνώσεις της δομής και της λειτουργίας του νευρικού κυττάρου και της αγωγής του ερεθίσματος και κάποιων κινητικών και νοητικών λειτουργιών, αλλά απέδωσε πενιχρά αποτελέσματα στη συνολική γνώση της λειτουργίας του εγκεφάλου ως οργάνου της νόησης και της συνείδησης (Andreasen, 2005).

Οι κύριες σχολές της ακαδημαϊκής ψυχολογίας και ψυχιατρικής, ο συμπεριφορισμός ή θεωρία της συμπεριφοράς και η ψυχανάλυση, κατά αντιστοιχία προς τις φυσικές επιστήμες, ακολούθησαν ο μεν πρώτος ένα απόλυτα ντετερμινιστικό ερμηνευτικό πλαίσιο, προσδιορίζοντας την ανθρώπινη συμπεριφορά ως αλυσίδα συμπλεγμάτων ερεθίσματος - αντίδρασης, η δε δεύτερη, χωρίς η ουσία της να είναι απολύτως αιτιοκρατική, εμφάνισε σημαντικού βαθμού αιτιοκρατικές ερμηνείες, βασιζόμενες σε ένα εσωτερικό ντετερμινισμό, αποδίδοντας ορισμένες συμπεριφορές του ανθρώπου σε βιολογικά προγραμματισμένα ένστικτα (Bachelard, 2000).

Επαφή

Et ego in Arcadia sum

efthimiopoulos@hotmail.com

Αναζήτηση στο site

© 2013 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode