ΛΟΓΙΚΟΣ ΘΕΤΙΚΙΣΜΟΣ

 

 

Ο Θετικισμός κυριάρχησε στην πνευματική ζωή του 19ου αιώνα και προσδιόρισε τη φυσιογνωμία της επιστήμης αυτής της περιόδου. Σύμφωνα με τη βασική του παραδοχή, η επιστημονική γνώση έχει τη βάση της στα άμεσα παρατηριασιακά δεδομένα. Η ερμηνεία της πραγματικότητας ακολουθεί πορεία από το μερικό στο γενικό και όχι αντίστροφα.

Ο θετικισμός μετασχηματίστηκε στη συνέχεια (μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) σε λογικό θετικισμό, δηλαδή σε μια λογική εκδοχή του εμπειρισμού. Στο πλαίσιο της νέας αυτής θεώρησης, σημασία δεν έχει μόνο αν μια θεωρητική πρόταση μπορεί να αποδειχθεί πειραματικά κατά πόσο είναι αληθής ή όχι, αλλά αν η πρόταση αυτή έχει νόημα. Μια θεωρητική πρόταση έχει τότε μόνο νόημα, αν οι ισχυρισμοί της είναι λογικοί και, προπάντων, αν γνωρίζουμε πώς να την επαληθεύσουμε με τα αισθητηριακά δεδομένα που διαθέτουμε.

 

 

Σύμφωνα με τους λογικούς θετικιστές, η γνώση δομείται με τη γλώσσα και για το λόγο αυτό, ανάλυση της γνώσης σημαίνει πρωτίστως ανάλυση της γλώσσας. Η θέση αυτή οδήγησε στη λεγόμενη γλωσσική στροφή στη φιλοσοφία και την εδραίωση του κλάδου που είναι γνωστός ως αναλυτική φιλοσοφία.

Λίγο πριν, αλλά και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μια σειρά από νέες θεωρητικές διατυπώσεις στη φυσική επιστήμη προκάλεσαν σημαντική ρωγμή στα θεμέλια του λογικού θετικισμού. Η επαγωγική μέθοδος ως μεθοδολογικό εργαλείο ερμηνείας της πραγματικότητας και συγκρότησης της γνώσης αμφισβητήθηκε και η επιστημονικότητα μιας θεωρίας άρχισε να αποσυνδέεται από την εμπειρική επαλήθευσή της. Το ενδιαφέρον μετατοπίσθηκε από την επιβεβαίωση της αλήθειας στην ανακάλυψη "ριζικά νέας και πιο ενδιαφέρουσας αλήθειας" (Popper).

Στο πλαίσιο αυτής της αμφισβήτησης και της νέας αντίληψης για την επιστήμη και τη συγκρότηση της γνώσης, αυτό που άσκησε βαθύτατη επιρροή στην επιστημονική σκέψη προς το τέλος της δεκαετίας του 1960 είναι η σκέψη του Thomas Kuhn και η θεώρηση της επιστήμης ως ιστορικού φαινομένου. Η επιστήμη και ειδικότερα η επιστημονική γνώση δεν γίνεται πλέον αντιληπτή ως απόσταγμα της εμπειρίας ή ως ταξινόμηση και κωδικοποίηση παρατηριασιακών δεδομένων, αλλά ως ένα πλέγμα κοινωνικών φαινομένων, συναρτημένο από τη γενικότερη κοινωνική πραγματικότητα.

2. Λογικός Θετικισμός

ΜΟ Λογικός Θετικισμός συγκροτήθηκε ως δέσμη ερευνητικών προγραμμάτων (έρευνες της λογικής των μαθηματικών και της υφής των επιστημονικών συστημάτων) με τον "Κύκλο της Βιέννης". Πρόκειται για κύκλο φιλοσόφων με σύντομη διάρκεια ζωής (μέχρι την άνοδο του Ναζισμού στην εξουσία), αλλά με σημαντική επιρροή στη φιλοσοφική σκέψη στις δεκαετίες που ακολούθησαν. Τα περισσότερα από τα μέλη του Κύκλου αυτού (Schlick, Carnap, Feigl, Gοdel, Neurath, Frank, Ράιχενμπαχ κ.ά.) ήταν μαθηματικά παιδευμένα, γεγονός που ενίσχυε την τάση για λογική αυστηρότητα και καθαρότητα στην προσέγγιση της πραγματικότητας και στη διατύπωση θεωρητικών προτάσεων.

Η λογική, στο πλαίσιο του Κύκλου της Βιέννης, γνώρισε μια αναδόμηση του περιεχομένου της και μια επέκταση που την οδήγησαν πέραν από τα όρια της παραδοσιακής λογικής, σε εντελώς νέους τομείς. Συνδέθηκε με τα μαθηματικά από τα οποία δανείστηκε τα σύμβολα για την αναπαράσταση σχέσεων. Από την άλλη πλευρά, και οι μαθηματικές προτάσεις θεωρήθηκε ότι εκφράζουν σχέσεις και με την έννοια αυτή δεν μπορούν να ενταχθούν στα σχήματα κρίσης της παραδοσιακής λογικής (Κράφτ, 1986 : 27).

Οι μαθηματικές προτάσεις είναι προτάσεις αναλυτικές και όχι συνθετικές, όπως φρονούσε η παραδοσιακή φιλοσοφία. Από τον αναλυτικό τους χαρακτήρα εξηγείται η ισχύς τους a priori. Αυτό σημαίνει πως δεν χρειάζεται να αναζητάμε κάποιον λόγο ισχύος για τέτοιες προτάσεις. Από την άλλη πλευρά, και η ισχύς της λογικής είναι ανεξάρτητη, γιατί η λογική δεν παρέχει τους βασικούς νόμους του κόσμου, αλλά σκέψεις για τον κόσμο. Οι συλλογισμοί αυτοί δείχνουν ότι τα μαθηματικά και η λογική είναι ανεξάρτητα απέναντι στην εμπειρία. Με τον τρόπο αυτό ο παραδοσιακός εμπειρισμός γνωρίζει μια διόρθωση : παραιτείται από την απαίτηση να παράγεται κάθε γνώση και επιστήμη από την εμπειρία.

Στον Κύκλο της Βιέννης η νέα λογική είχε αναπτυχθεί με σκοπό τη θεωρητική οικοδόμηση των μαθηματικών, έγινε όμως το μέσο για την επιστημολογία γενικά. Η μέθοδος της φιλοσοφικής έρευνας ορίσθηκε ως εφαρμοσμένη λογική, σε αντιδιαστολή με την καθαρή λογική (Κράφτ, 1986 : 35-36).

Τον Κύκλο της Βιέννης απασχολούσαν δύο κατηγορίες προβλημάτων : Η ανάλυση της γνώσης και οι θεωρητικές βάσεις κυρίως των μαθηματικών, αλλά και των άλλων "θεωρητικών" επιστημών και φυσικά της φιλοσοφίας. Η γνώση αναλύθηκε ως προς τη λογική της δομή, δηλαδή ως προς τον τρόπο που σχετίζονται οι έννοιες και οι προτάσεις μεταξύ τους, καθώς και ως προς τον τρόπο που αυτές οι συσχετίσεις παράγουν νόημα.

Η γνώση παριστάνεται με γλωσσικές διατυπώσεις και με την έννοια αυτή η γλώσσα σχηματίζει το σώμα της γνώσης, δηλαδή μόνο με τη βοήθειά της μπορεί να οικοδομηθεί γνώση. Συνεπώς, ανάλυση της γνώσης σημαίνει πρωτίστως ανάλυση της γλώσσας, η οποία τη συγκροτεί.

Από τον Κύκλο της Βιέννης προήλθε ένα μεγάλο διεθνές φιλοσοφικό κίνημα : ο λογικός θετικισμός και η αναλυτική φιλοσοφία. Το κίνημα χαρακτηρίστηκε ως πνευματική επανάσταση στη φιλοσοφία. Και οι δύο τάσεις του κινήματος αυτού συνδέονται με τις βασικές απόψεις του Κύκλου της Βιέννης και έχουν ως κοινό στόχο τη λογική ανάλυση των θεωρητικών προτάσεων και την αναμόρφωση του εμπειρισμού (Κράφτ, 1986 : 194).

Το νέο στοιχείο που εισάγει στη φιλοσοφία και τη μεθοδολογία της ο λογικός θετικισμός είναι ότι μετατοπίζει την προβληματική από την έννοια της αλήθειας σε εκείνη του νοήματος (Βαλλιάνος, 2001 : 134). Από επιστημολογική άποψη το φιλοσοφικό αυτό ρεύμα είναι ένας εμπειρισμός, ο οποίος όμως χρησιμοποιεί ένα περίπλοκο τεχνικό σύστημα λογικής ανάλυσης των επιστημονικών όρων. Η διερεύνηση της επιστημονικής γνώσης ως προς τη λογική της δομή αποτελεί την εφαρμοσμένη λογική, σε αντιδιαστολή με την καθαρή λογική.

Αυτή η μέθοδος φιλοσοφικής έρευνας και ειδικότερα η λογική ανάλυση της επιστημονικής γλώσσας, ήταν η κύρια συνεισφορά του λογικού θετικισμού στην επιστημονική έρευνα και στην εδραίωση του φιλοσοφικού ρεύματος που έγινε γνωστό ως "γλωσσική στροφή" στη φιλοσοφία, ή "αναλυτική φιλοσοφία", η οποία συνίσταται σε μέθοδο διερεύνησης του νοήματος των θεωρητικών προτάσεων.

Σύμφωνα με τις βασικές θέσεις του ρεύματος αυτού, η πραγματικότητα γίνεται αντιληπτή ως ένα σύμπλεγμα γεγονότων, το οποίο μπορεί να αναλυθεί σε επιμέρους, ώσπου να βρεθούν τα έσχατα, ατομικά γεγονότα. Το σύμπλεγμα αυτό έχει απόλυτη αντιστοίχιση με ένα άλλο σύμπλεγμα, εκείνο της γλώσσας. Η γλώσσα έχει νόημα επειδή μεταξύ αυτής και του κόσμου υπάρχει αντιστοιχία σε όλα τα επίπεδα, σε όλα τα επιμέρους στοιχεία (Κράφτ, 1986, σ.120 επ.).

Κατά τον λογικό θετικισμό η αυθεντικά επιστημονική φιλοσοφία είναι εφικτή μόνον ως λογική ανάλυση της γλώσσας της επιστήμης, που επιδιώκει την "κάθαρση" της επιστήμης από κάθε "μεταφυσική" (από το σύνολο του παραδοσιακού φιλοσοφικού προβληματισμού) και τη μελέτη της λογικής δομής της επιστημονικής γνώσης. Η φιλοσοφία ανάγεται σε "λογική της επιστήμης", σε "λογική σύνταξη της γλώσσας της επιστήμης" (Carnap).

Θεωρητικές προτάσεις έχουν νόημα, μόνο όταν είναι αναλυτικές, δηλαδή εμπειρικά επιβεβαιώσιμες ή ταυτολογίες (π.χ. "ένα άσπρο αυτοκίνητο είναι άσπρο"). Οι ταυτολογίες είναι κατ΄ ανάγκην αληθείς, αλλά δεν μας δίνουν νέες πληροφορίες. Αντίθετα, οι εμπειρικά επιβεβαιώσιμες προτάσεις μας δίνουν πληροφορίες και νέα γνώση (Κράφτ 1986, σ. 120 επ.).

Όλες οι άλλες προτάσεις που δεν εμπίπτουν σε αυτές τις κατηγορίες είναι χωρίς νόημα. Με την έννοια αυτή ό,τι κινείται στη σφαίρα του μεταφυσικού, δεν έχει γνωστική σημασία, στερείται νοήματος (Carnap, 1993). Μια ειδική κατηγορία προτάσεων και θεωριών αποτελούν εκείνες της ηθικής φιλοσοφίας, οι οποίες δεν είναι ούτε ψευδείς ούτε αληθείς, επειδή δεν περιγράφουν αντικειμενικά ή εμπειρικά γεγονότα. Δηλαδή, γνώση παράγεται μόνο από προτάσεις με λογική εσωτερική δομή, οι οποίες μπορούν να ελεγχθούν εμπειρικά. Με τις θέσεις αυτές ο λογικός θετικισμός δεν διαφοροποιείται μόνο απέναντι στον κλασσικό θετικισμό, αλλά αντιπαρατίθεται και στα ολοκληρωτικά ιδεολογικά συστήματα της εποχής.

Στην ώριμή του μορφή, ο λογικός θετικισμός αναγνωρίζει ότι η γλώσσα της επιστήμης αποτελείται από δύο ειδών όρους : από παρατηρισιακούς και θεωρητικούς (Βαλλιάνος, 2001 : 137). Οι παρατηρισιακοί όροι είναι αυτοί που παράγονται από την εμπειρική παρατήρηση, ενώ οι θεωρητικοί είναι αφηρημένες έννοιες, οι οποίες δεν μπορούν να υποβληθούν σε πειραματική δοκιμασία, είναι όμως απαραίτητοι για να ολοκληρωθεί η λογική δομή της θεωρίας.

Με την έννοια αυτή, ο λογικός θετικισμός έχει επίγνωση ότι η θεωρία είναι κάτι περισσότερο από το εκάστοτε διαθέσιμο σώμα παρατηρήσεων. Αυτό με τη σειρά του φανερώνει ότι η επιστήμη δεν μπορεί να κινείται μόνο επαγωγικά, αλλά και απαγωγικά. Ο ερευνητής χρειάζεται να έχει μια καθοδηγητική ιδέα, μια υπόθεση εργασίας, για να ξεκινήσει τη μελέτη των φαινομένων. Αυτή η υπόθεση εργασίας δεν είναι μια αυθαίρετη σκέψη και φαντασίωση του ερευνητή, αλλά προκύπτει από υπάρχουσες θεωρίες και πειραματικά θεμελιωμένων εξηγήσεων.

Από αυτό συνάγεται ότι η απαγωγική δομή των θεωριών είναι σημαντικό προαπαιτούμενο για την πειραματική διαδικασία. Η προβληματική αυτή, η οποία εκφράζεται στο υποθετικό-απαγωγικό μοντέλο του Hempel, αναγνωρίζει μια σχετική αυτονομία στη θεωρία και με την έννοια αυτή θέτει φραγμούς στον αυστηρό επαγωγισμό του Μπέικον και του Μιλλ (Βαλλιάνος, 2001 : 139). Η διαφοροποίηση αυτή θα αναδείξει τα εσωτερικά προβλήματα του λογικού θετικισμού και στη συνέχεια τα όριά του.

Παρά το σημαντικό του έργο και συνεισφορά στην επιστήμη, ο λογικός θετικισμός δεν κατόρθωσε να απαντήσει στο πρόβλημα που είχε απασχολήσει και την παραδοσιακή φιλοσοφία, εναντίον της οποίας, ουσιαστικά, βάλλει : τη σχέση ανάμεσα στις λογικές και γνωστικές δυνάμεις του ανθρώπου και στο πρόβλημα με το οποίο καταπιάνεται (Βαλλιάνος, 2001 : 140).

Η θεωρία του νοήματος και της εμπειρικής επαληθευσιμότητας των προτάσεων (Σατελέ, 1990 : 79 επ.), στην οποία στηρίχθηκε ο λογικός θετικισμός, υποβάθμισε εκείνη την πλευρά του φιλοσοφικού στοχασμού που δεν μπορεί να συσχετισθεί με τα αισθητηριακά δεδομένα και ουσιαστικά ακύρωνε ολόκληρο το οικοδόμημα της παραδοσιακής φιλοσοφίας, φέρνοντας στο τέλος σε αδιέξοδο και τον ίδιο. Το αδιέξοδο αυτό και γενικότερα οι δυσκολίες του λογικού θετικισμού άνοιξαν νέους δρόμους στη φιλοσοφία και την οδήγησαν στην αναζήτηση ερμηνείας έξω από τις βασικές παραδοχές της παραδοσιακής φιλοσοφίας και του θετικισμού (με οποιαδήποτε μορφή του). Τέτοιοι δρόμοι ήταν οι θεωρητικές συλλήψεις του Κ. Popper (θεωρία της διαψευσιμότητας) και του Th. Kuhn (θεωρία των παραδειγμάτων).

3. Thomas Kuhn : Η θεωρία των παραδειγμάτων

ΟΜετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ένα κύμα αμφισβήτησης διατρέχει ολόκληρο το οικοδόμημα του λογικού θετικισμού, καθιστώντας σαφή τα όριά του και προϊδεάζοντας για τις καινούργιες αναζητήσεις των φιλοσόφων. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τις ανατροπές που σημειώνονται στις παραδοχές των φυσικών επιστημών και ειδικότερα με τον κλονισμό των αιτιοκρατικών αντιλήψεων που επικρατούσαν. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα εδώ αποτελεί η θεωρία της σχετικότητας και η κβαντομηχανική. Οι νέες μεθοδολογικές προσεγγίσεις στη φυσική κλονίζουν τις μέχρι τότε παραδοχές της κλασικής φυσικής και ειδικότερα τις αντιλήψεις αναφορικά με την αιτιότητα και την προβλεψιμότητα των βασικών συστατικών της ύλης.

Ο κλονισμός των αιτιοκρατικών αντιλήψεων στη φυσική και τις θετικές επιστήμες διαχέεται και στις θεωρητικές επιστήμες και κυρίως στη φιλοσοφία. Οι επιστήμονες αρχίζουν να απομακρύνονται από το θετικιστικό μοντέλο, το οποίο συναρτά μια θεωρητική γενίκευση μόνο από το εμπειρικό της υπόβαθρο (Βαλλιάνος, 2001 : 46). Όλο και περισσότερο πείθονται ότι το νόημα και η επαληθευσιμότητα μιας θεωρητικής πρότασης δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα πρωτογενούς εμπειρικής έρευνας, και με την έννοια αυτή η επαγωγική μέθοδος τίθεται σε αμφισβήτηση. Αντίθετα, μπορεί να υπάρχουν παραδοχές, οι οποίες δεν μπορούν να συσχετισθούν με τα αισθητηριακά δεδομένα.

Το αίτημα για πλήρη ανατροπή των στερεοτύπων σε κάθε μορφή επιστημονικής σκέψης εκφράζουν οι θεωρίες του Thomas Kuhn στη δεκαετία του 1960. Ο Kuhn αντιλαμβάνεται την επιστήμη ως ιστορικό φαινόμενο, δηλαδή ως φαινόμενο άμεσα συναρτημένο με την κοινωνική – πολιτισμική πραγματικότητα και την ορίζει ως "συστηματική οργάνωση μιας πολιτισμικής δραστηριότητας με τα δικά της αξιολογικά πρότυπα, παιδευτικές προδιαγραφές και δεοντολογία διαπροσωπικών σχέσεων" (Βαλλιάνος, 2001 : 173). Η επιστήμη είναι τρόποι με τους οποίους η επιστημονική κοινότητα προσεγγίζει την πραγματικότητα, είναι παραδείγματα, δηλαδή συμπλέγματα ερμηνευτικών προσεγγίσεων, τρόποι θέασης του κόσμου, τα οποία είναι διαποτισμένα από το πνεύμα της εποχής. Κάθε εποχή έχει μια συγκεκριμένη μορφή επιστήμης, εκείνη που είναι συμβατή με συγκεκριμένες κοσμοαντιλήψεις της συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής και της συγκεκριμένης κοινωνίας ή κοινωνιών.

Ο Kuhn θεωρεί ότι κάθε επιστημονικό παράδειγμα είναι εξ ορισμού συντηρητικό, με την έννοια ότι "προσπαθεί να διατηρήσει τα γνωσιολογικά και θεσμικά πρότυπα που το χαρακτηρίζουν, ενσταλάζοντας τις ερμηνευτικές μεθόδους που το ευνοούν και εκπαιδεύοντας διανοητές και ερευνητές που θα προσανατολίσουν και στο μέλλον την εμπειρική μελέτη της φύσης προς προεπιλεγμένες κατευθύνσεις" (Βαλλιάνος, 2001 : 174). Ο νέος επιστήμονας αντιλαμβάνεται και αποδέχεται αυτές τις παραδοχές ωσάν να ήταν αυταπόδεικτες αλήθειες, οι οποίες -φυσικά- δεν πρέπει να αμφισβητηθούν.

Το ίδιο το παράδειγμα ως τρόπος θέασης της πραγματικότητας, έχει ως στόχο – όπως και κάθε φυσικό ον – την αυτοσυντήρησή του. Απαραίτητη προϋπόθεση γι΄ αυτό είναι να δοθεί αυτός ο τρόπος θέασης ως αληθής και να επιτευχθεί ευρύτερη πολιτιστική συναίνεση, ώστε αυτό το πολιτιστικό μόρφωμα να μην ανατραπεί. Η συναίνεση αυτή κρυσταλλώνεται και στο πλαίσιο της επιστημονικής κοινότητας. Ένας ολόκληρος μηχανισμός παραγωγής και διάδοσης της γνώσης (πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, επιστημονικά περιοδικά και συνέδρια) φροντίζει να διαχειριστεί αυτό το συγκεκριμένο πολιτιστικό μόρφωμα με τα πλέον προηγμένα λογικά και πειραματικά μέσα και να το εδραιώσει. Ο Kuhn θεωρεί πως στο πλαίσιο αυτό ό,τι κάθε φορά επικυρώνεται και διαδίδεται ως αλήθεια εξαρτάται από τους κατόχους της κοινωνικής εξουσίας (με την ευρύτερη έννοια), μέρος της οποίας αποτελούν και οι διευθύνοντες των εκπαιδευτικών οργανισμών και θεσμών (Βαλλιάνος, 2001 : 175).

Το παράδειγμα, ως τρόπος θέασης της πραγματικότητας και πολιτιστικό μόρφωμα θέτει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα διερευνηθούν τα φαινόμενα που είναι ακόμη ερευνήσιμα, δεν έχουν δηλαδή απορροφηθεί από τη θεωρία. Με την έννοια αυτή υπαγορεύει μεθοδολογίες, τρόπος και ερευνητικές στρατηγικές που θα φέρουν εκείνα τα αποτελέσματα που θα στηρίξουν και θα διευρύνουν τη βάση των θεωρητικών παραδοχών του. Έργο του επιστήμονα-ερευνητή που υπηρετεί το συγκεκριμένο παράδειγμα, είναι να λύσει απορίες και να καλύψει κενά της θεωρίας του παραδείγματος με τελικό στόχο να εντάξει όσο γίνεται περισσότερες πτυχές της φυσικής πραγματικότητας στο παράδειγμα, και ειδικότερα εκείνα τα τμήματα της φυσικής πραγματικότητας που εξακολουθούν να αντιστέκονται, και τελικά να επιβεβαιώσει το παράδειγμα.

Βέβαια ο επιστήμονας δεν λειτουργεί ως απλός εντολοδόχος του παραδείγματος, δεν επαναλαμβάνει μηχανιστικά τις παραδοχές του, αλλά τις διαχειρίζεται με ευφάνταστο και ευρηματικό τρόπο. Όμως η πρωτοτυπία στη σκέψη και στη μεθοδολογία του δεν μπορούν να αποκλίνουν σε βαθμό που να θέτουν σε αμφισβήτηση το παράδειγμα, αλλά θα πρέπει να εναρμονίζονται με τις βασικές παραδοχές του. Σε αυτό το πνεύμα, οι απαντήσεις που δίνονται σε θεωρητικά κενά του παραδείγματος, καθώς και η γενικότερη συναίνεση που έχει επιτευχθεί δίνουν την εντύπωση ότι υπάρχει εδραιωμένη πίστη στις βασικές παραδοχές του παραδείγματος.

Αυτή η κατάσταση αντιστοιχεί κατά τον Kuhn σε μια περίοδο επιστημονικού εφησυχασμού, την οποία αποκαλεί "κανονική επιστήμη". Πρόκειται για περίοδο όπου οι επιστήμονες προσπαθούν να επιβεβαιώσουν με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τις βασικές παραδοχές του παραδείγματος και σημειώνεται σημαντική ανέλιξη των φυσικών γνώσεων. Σε αυτή τους την προσπάθεια οι επιστήμονες προσκρούουν σε καταστάσεις, τις οποίες το παράδειγμα δεν είχε προβλέψει. Τα ερευνητικά δηλαδή δεδομένα έρχονται σε αντίφαση με τις προσδοκίες του θεωρητικού μοντέλου. Στις περιπτώσεις αυτές δημιουργείται "ουσιώδης ένταση" στην επιστημονική δραστηριότητα και φέρνει την επιστημονική σκέψη σε αντίθεση με αιώνιες πίστεις και παραδοχές, οι οποίες αποτελούν τροχοπέδη για μια νέα σύλληψη της πραγματικότητας.

Η αντίφαση αυτή δεν οδηγεί αυτομάτως σε αμφισβήτηση του κατεστημένου παραδείγματος, αλλά γίνεται αντιληπτή περισσότερο ως μια προσωρινή αντιξοότητα, η οποία θα αντιμετωπισθεί στο άμεσο μέλλον. Όμως η συσσώρευση με τον καιρό αρκετών τέτοιων περιπτώσεων οδηγεί στη δημιουργία ενός κλίματος δυσπιστίας και αμφισβήτησης βασικών πτυχών του παραδείγματος και όλο και περισσότεροι επιστήμονες τολμούν να λειτουργήσουν εκτός των ορίων του παραδείγματος και να χρησιμοποιήσουν ανατρεπτικές υποθέσεις και μεθοδολογικά εργαλεία. Στη φάση αυτή πρόκειται για κρίση της κανονικής επιστήμης.

Κατά τον Kuhn, η κρίση αυτή μπορεί να παραλληλιστεί με πολιτική κρίση, η οποία προηγείται της ανατροπής πολιτικών-κοινωνικών συστημάτων. Στην ανατροπή του πολιτικού κοινωνικού συστήματος απαραίτητη είναι η γενική κοινωνική δυσαρέσκεια και αναταραχή ως συνέπεια αμφισβήτησης βασικών στοιχείων του συστήματος, καθώς και μια εναλλακτική πρόταση μαζί με μια νέα ηγετική ομάδα που θα αναλάβει την εφαρμογή αυτής της νέας πρότασης.

Στην επιστήμη -κατά όμοιο τρόπο – δύο είναι οι προϋποθέσεις για να ανατραπεί το παλιό παράδειγμα : α) να υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός ερευνητικών δεδομένων που αμφισβητεί τον πυρήνα αυτού του παραδείγματος και κάνει ανέφικτη την επιστροφή σε αυτό, και β) να έχει ήδη διατυπωθεί ένα εναλλακτικό παράδειγμα και να υπάρχει διαθέσιμη μια μάζα νέων ερευνητών που θα διεκδικούν την εξουσία στην επιστημονική κοινότητα.

Όμως η συμβατική επιστήμη δεν παραδίδεται αμαχητί, με συνέπεια να δημιουργούνται μέσα στην επιστημονική κοινότητα αντίπαλα στρατόπεδα, των οποίων η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Πρόκειται για τον πόλεμο των παραδειγμάτων, ο οποίος λήγει με την επικράτηση εκείνου, το οποίο σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή μπορεί να προσφέρει εξηγήσεις για τα φαινόμενα πιο ριζοσπαστικές και περιεκτικές από εκείνες των αντιπάλων του (Βαλλιανός, 2001 : 177).

Τέτοιες καταστάσεις ανατροπής των ιδεών μας για τον κόσμο θα μπορούσαν κατά τον Kuhn να αποτελούν "επαναστάσεις". Μετά από μια νικηφόρα επανάσταση, το νέο παράδειγμα οργανώνεται και αυτό όπως και το απερχόμενο ως σύστημα εξουσίας και συμπεριφέρεται με όμοιο τρόπο με τελικό στόχο την εδραίωσή του. Όμως η "ουσιώδης ένταση" υποβόσκει στην καρδιά του επιστημονικού γίγνεσθαι προετοιμάζοντας την επόμενη επανάσταση. Μετά από μια επιστημονική επανάσταση αλλάζουν τα ίδια τα δεδομένα και οι επιστήμονες είναι σαν να δουλεύουν σε έναν νέο κόσμο (Kuhn, 1993 : 102).

4. Σύνοψη

Ο λογικός θετικισμός ως βελτιωμένη εκδοχή του θετικισμού έδωσε μια σημαντική ώθηση στην επιστημονική σκέψη των αρχών του 20ου αιώνα, σε μια προσπάθεια να προσδιορίσει την επιστημονικότητα της φιλοσοφίας και να την απαλλάξει από τα στοιχεία της μεταφυσικής.

Για τους λογικούς θετικιστές η φιλοσοφία ανάγεται σε λογική της επιστήμης, σε λογική σύνταξη της γλώσσας της επιστήμης. Οι φιλοσοφικές προτάσεις για να έχουν ισχύ θα πρέπει να είναι διατυπωμένες με τρόπο που να έχουν λογική εσωτερική δομή. Μόνο τέτοιες προτάσεις μπορούν να είναι επαληθεύσιμες με τα δεδομένα της εμπειρίας και με την έννοια αυτή να είναι αυθεντικά επιστημονικές.

Στην ώριμη εκδοχή του ο λογικός θετικισμός αναγνωρίζει μια σχετική αυτονομία της θεωρίας απέναντι στην εμπειρία και με την έννοια αυτή συμβάλλει στην αναμόρφωση του εμπειρισμού. Με την υιοθέτηση του υποθετικο-απαγωγικού μοντέλου υπερβαίνει τον άκρατο επαγωγισμό του Μπέικον και Μιλλ, ανοίγοντας ταυτόχρονα ένα κύκλο θεωρητικών συζητήσεων, οι οποίες θα αποκαλύψουν τις εσωτερικές του αντιθέσεις και θα διευκολύνουν την αναζήτηση νέων και ριζοσπαστικών θεωρητικών συλλήψεων.

Στην κατηγορία αυτή των θεωρητικών συλλήψεων που βρίσκονται έξω από τις βασικές παραδοχές του θετικισμού ανήκουν οι θεωρίες των παραδειγμάτων του Thomas Kuhn. Ο Kuhn απομακρύνεται εντελώς από την προβληματική της ανακάλυψης της αλήθειας, από το ερώτημα τι είναι επιστημονικό και τι όχι και επικεντρώνεται στην ιστορική διάσταση της επιστήμης. Τοποθετεί την επιστήμη μέσα σε ένα συγκεκριμένο πολιτιστικό πλαίσιο, το παράδειγμα, το οποίο αποτελεί ένα συγκεκριμένο τρόπο θέασης της πραγματικότητας και εκεί εξετάζει, τόσο το ρόλο της επιστήμης και της επιστημονικής κοινότητας, όσο και το θέμα της επιστημονικής μεταβολής.

Βιβλιογραφία

  • Βαλλιάνος, Π. (2001), Η Επιστημονική Επανάσταση και η Φιλοσοφική Θεωρία της Επιστήμης, Ακμή και Υπέρβαση του Θετικισμού, ΕΑΠ, Πάτρα

  • Βέϊκος, Θ. (1990), Αναλυτική φιλοσοφία, Σμίλη, Αθήνα

  • Carnap, R. (1993), Το κριτήριο του νοήματος, στο : Κουζέλης Γ. (επιμ.) Επιστημολογία, Νήσος, σσ. 38-46

  • Κράφτ, Β. (1989), Ο κύκλος της Βιέννης, εκδ. Γνώση, Αθήνα

  • Kuhn, Th. (1993), Οι επαναστάσεις ως αλλαγές κοσμοθεώρησης στο : Κουζέλης, Γ. (επιμ.), Επιστημολογία, Νήσος, σσ. 77-104

  • Πελεγρίνης, Θ. (1997), Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα

  • Russel, B., Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, (χ.χ.), τ.Β΄, Αρσενίδης, Αθήνα

  • Σατελέ, Φ. (1990), Η φιλοσοφία, Γνώση, Β΄ έκδοση, Αθήνα .

Εργασία του Γεώργιου Λιακόπουλου, ΕΑΠ

Επαφή

Et ego in Arcadia sum

efthimiopoulos@hotmail.com

Αναζήτηση στο site

© 2013 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode