STEVEN LALAS

Ο Στίβεν Λάλας γεννήθηκε το 1953 στο Ντόβερ του Νιου Χάμσιρ, ήταν ελληνικής καταγωγής, από την Πόλη, και πολέμησε στο Βιετνάμ. Εχει παντρευτεί την κυρία Μαρία Μαϊνδανού-Λάλα και απέκτησε μαζί της δύο παιδιά. H γυναίκα του ζει στη Χρυσούπολη Καβάλας. Ενα μέρος της θητείας του ο Λάλας υπηρέτησε στο στρατηγείο του ΝΑΤΟ στη Σμύρνη, όπου προσεγγίστηκε για πρώτη φορά από έλληνες «πατριώτες», όπως τους χαρακτήρισε ο ίδιος σε συνέντευξή του. Ο Λάλας υπηρετούσε στο Τμήμα Επικοινωνιών και παρέδωσε συνολικά 50 απόρρητα έγγραφα αλλά και ονόματα αμερικανών πρακτόρων. Την περίοδο 1984-1985 υπηρέτησε στο Βελιγράδι και το 1985 μετατέθηκε στην Κωνσταντινούπόλη, όπου διέμενε ως και το 1989. Θεωρούνταν ο μεγαλύτερος έλληνας «κατάσκοπος», το κύριο κλειδί της ελληνικής μυστικής διπλωματίας. Εδινε συνεχώς απόρρητα στοιχεία στις ελληνικές αρχές.

Εκείνη την περίοδο «σύνδεσμος» του Λάλας με την ΕΥΠ ήταν ένας αντισυνταγματάρχης, ο οποίος συναντούσε τον ελληνοαμερικανό κατάσκοπο στην περιοχή της Καβάλας, όπου υπήρχε κλιμάκιο της ΕΥΠ.

Ο Λάλας ταξίδευε συχνά από την Κωνσταντινούπολη στη Χρυσούπολη Καβάλας για να δει την οικογένειά του, μεταφέροντας παράλληλα στον αξιωματικό της ΕΥΠ απόρρητα στοιχεία. Ο «χειριστής» του Λάλας εκείνη την περίοδο μετατέθηκε αργότερα στο Πολεμικό Μουσείο, απ' όπου και αποστρατεύθηκε.

Το 1989 ο Λάλας μετατέθηκε για λίγο στην Ταϊβάν και τον Δεκέμβριο του 1990 τοποθετήθηκε στη Μονάδα Επικοινωνίας Προγραμμάτων (ΜΕΠ) της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα. Ο Λάλας άρχισε να παραδίδει πάλι στις ελληνικές αρχές απόρρητα σήματα μεταξύ πρεσβείας ΗΠΑ και αμερικανικών υπηρεσιών - κυρίως του υπουργείου Εξωτερικών - στην Ουάσιγκτον.

«Σύνδεσμος» της ΕΥΠ με τον Στιβ Λάλας ορίστηκε τότε ο Αναξαγόρας Σπιτάς. Ο ταγματάρχης που καταγόταν από το Ρέθυμνο διατηρούσε - σύμφωνα με πρώην συναδέλφους του - στενές σχέσεις με το περιβάλλον του τότε πρωθυπουργού κ. Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Θεωρούνταν έμπειρος αξιωματικός και διορίστηκε προϊστάμενος της A' Διεύθυνσης Κατασκοπείας και Συλλογής Πληροφοριών της ΕΥΠ. Κύρια αποστολή του ο χειρισμός του «υπερπολύτιμου» Στίβεν Λάλας. Ο Αναξαγόρας Σπιτάς ήταν ο μυστηριώδης «ταγματάρχης» τον οποίο αξιωματικοί του FBI μνημόνευαν ως «σύνδεσμο» με τον Λάλας, χωρίς όμως ποτέ να αποκαλύπτουν το όνομά του.

Ο Λάλας συναντούσε τον Αναξαγόρα Σπιτά σε ένα διαμέρισμα, σε κεντρική λεωφόρο στου Ζωγράφου, το οποίο είχε ενοικιαστεί από την ΕΥΠ. Ο Λάλας έπαιρνε όλα τα μέτρα προφύλαξης όταν έφευγε από την πρεσβεία και άλλαζε συνέχεια δρομολόγια. Μερικές φορές τον Λάλας συναντούσαν και δύο άλλοι αξιωματικοί της ΕΥΠ, υφιστάμενοι του Σπιτά στην A' Διεύθυνση της ΕΥΠ. Ο ένας μάλιστα από αυτούς εξακολουθεί να υπηρετεί στις Μυστικές Υπηρεσίες. Οπως προέκυψε από την έρευνα των Αμερικανών, τη διετία 1991-1993 ο Λάλας έδωσε συνολικά 240 απόρρητα έγγραφα στην ελληνική πλευρά. H μοιραία στιγμή για τη δράση του ήλθε στις 26 Φεβρουαρίου 1993. H τότε υφυπουργός Εξωτερικών κυρία Βιργινία Τσουδερού ενημέρωσε τον τότε πρέσβη μας στις ΗΠΑ κ. Χρήστο Ζαχαράκη για μια άγνωστη πτυχή του θέματος των Σκοπίων, την οποία γνώριζαν μόνο οι Αμερικανοί. Είχαν συντάξει μάλιστα σχετικό υπεραπόρρητο έγγραφο που είχε σταλεί από την πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα στην Ουάσιγκτον.

Τότε ο αμερικανός αξιωματούχος Ντέιβιντ Ράνσομ άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι κάτι συμβαίνει στην πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα και ανέθεσε στον Τζον Κουατρόκι, αξιωματικό του FBI, να διερευνήσει την υπόθεση. Ο Κουατρόκι ήλθε στην Ελλάδα στις 23 Μαρτίου 1993 και εστίασε αμέσως το ενδιαφέρον του σε επτά υπαλλήλους της πρεσβείας οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα εισόδου στη Μονάδα Επικοινωνίας Προγραμμάτων (ΜΕΠ) και πρόσβαση στα απόρρητα έγγραφα. Σε αυτόν τον χώρο τοποθετήθηκαν από το FBI οι κάμερες που «έπιασαν» τελικά τις κινήσεις του Λάλας και τεκμηρίωσαν την κλοπή στοιχείων. Οι Αμερικανοί εντόπισαν στη συνέχεια και τις συναντήσεις του με τον «ταγματάρχη» της ΕΥΠ.

H αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει. Στις 28 Απριλίου 1993 ο Λάλας κλήθηκε από την υπηρεσία του να ταξιδέψει στη Βιρτζίνια για να ενημερωθεί τάχα για ένα σημαντικό θέμα που σχετίζεται με τρομοκρατικές οργανώσεις. Μόλις κατέβηκε από το αεροπλάνο συνελήφθη. Ταυτόχρονα στις ελληνικές υπηρεσίες και στην κυβέρνηση ξεκινούσε ένας παρασκηνιακός πόλεμος για την «αποκάλυψη» του ρόλου του Λάλας και κυρίως για το αν και πώς «καρφώθηκε» η δράση του στην αμερικανική πλευρά.

Πολλοί άρχισαν να διατυπώνουν κατηγορίες κατά του «χειριστή» του Αναξαγόρα Σπιτά με υπονοούμενα για «προδοσία».

Στελέχη της ΕΥΠ που είχαν ενημέρωση για την υπόθεση Λάλας αναφέρουν σήμερα ότι «δεν υπάρχει θέμα συνειδητής πράξης αποκάλυψης του ρόλου του Λάλας αλλά ένας συνδυασμός μοιραίων λαθών».

Πρώτο λάθος θεωρήθηκε η πρόταση που έγινε από ελληνικής πλευράς στον Λάλας το 1989 να φύγει από το αμερικανικό προξενείο της Κωνσταντινούπολης και να έλθει στην πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα.

H μετάθεσή του δεν ήταν συμπτωματική, όπως πιστεύουν πολλοί, αλλά πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία των ελλήνων χειριστών του, που έπεισαν τον Λάλας να υποβάλει σχετική πρόταση.

Επίσης δεν λαμβάνονταν ειδικά μέτρα «προστασίας» στις συναντήσεις του Λάλας με αξιωματικούς της ΕΥΠ. Επιπλέον δεν τον ρωτούσαν μόνο για εθνικά θέματα αλλά του ζητούσαν να φέρνει έγγραφα που αφορούσαν τη γνώμη επιτελών του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για διάφορους έλληνες πολιτικούς, εξαιτίας και των έντονων πολιτικών αντιπαραθέσεων εκείνης της περιόδου.

 

Ακολουθεί απόσπασμα από κείμενο του Αλεξη Παπαχελά

Είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου τον Στήβεν Λάλας το 1993 σε ένα δικαστήριο στη Βιρτζίνια, λίγο έξω από την Ουάσιγκτον. Εμοιαζε με αγρίμι που το κυνηγούν, που έχουν πέσει άγρια φώτα πάνω του και τώρα περιμένει την τιμωρία του με τρόμο στα μάτια του. Ηταν δεμένος με αλυσίδες στα πόδια, χειροπέδες στα χέρια του, και η αίθουσα ήταν γεμάτη από πράκτορες κάθε αμερικανικής υπηρεσίας, της CIA, του FBI, του Πενταγώνου. Ο Λάλας τα είχε κυριολεκτικά χαμένα, δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι ακριβώς του είχε συμβεί.

Εκείνη την ώρα, κανείς επίσημος ή μη Ελληνας δεν του συμπαραστάθηκε και αυτό είχε κοστίσει πολύ στον ίδιο και στην οικογένειά του. Μία από τις ηγετικές, και υποτίθεται «πατριωτικές» φυσιογνωμίες της ελληνοαμερικανικής ομογένειας πέταξε κυριολεκτικά έξω από το γραφείο του κάποιον που τόλμησε να του προτείνει να βοηθήσει οικονομικά την, απελπιστικά ακριβή, νομική υπεράσπιση του Λάλας. Τον βοήθησαν κυρίως η οικογένειά του και ορισμένοι Ελληνοαμερικανοί που το έκαναν με φόβο ψυχής. Και αυτά, σε αντίθεση με την περίπτωση του Ισραηλινού κατασκόπου Πόλαρντ, τον οποίο «αγκάλιασε» η εβραϊκή κοινότητα, ενώ δεν πέρασε ούτε μία αμερικανοϊσραηλινή συνάντηση κορυφής χωρίς να μπει το θέμα Πόλαρντ στην ατζέντα.

Η καταδίκη

Θυμάμαι ακόμη την ημέρα που ο Λάλας καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 168 μηνών σε φυλακή υψίστης ασφαλείας. Ο ίδιος κοιτούσε παγωμένος τον δικαστή που του απήγγειλε την ποινή. Στα πίσω καθίσματα της αίθουσας, πράκτορες της CIA είχαν ανοίξει κουτιά και μοίραζαν ποτήρια, στιλό και άλλα δώρα με το σήμα της υπηρεσίας τους. Τα χάρισαν, ως σουβενίρ για την επιχείρηση σύλληψης του Λάλας, στους εισαγγελείς, τους πράκτορες του FBI και όσους άλλους συνεργάσθηκαν μαζί τους.

Από το 1993 έως το 2005 μιλούσα τακτικά με τον Λάλας στη φυλακή. Τον ειδοποιούσα, έπαιρνα στη φυλακή κάποια συγκεκριμένη ώρα και μιλούσαμε, έχοντας πάντοτε υπόψη μας πως η συνομιλία μαγνητοφωνείται. Ζητούσε βιβλία, εφημερίδες και στο τέλος φώναζε πάντοτε «Ζήτω η Ελλάδα, ζήτω η πατρίδα». Δεν διακατέχομαι από εθνικιστικό πυρετό, αλλά πάντοτε μου έκανε εντύπωση, με συγκινούσε το γεγονός ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν χωμένος σε ένα μπουντρούμι, χιλιάδες μίλια μακριά από την οικογένειά του, γνωρίζοντας πως φταίει κατά 99% η Ελλάδα και το απίστευτο κράτος της, και παρ’ όλα αυτά συνέχιζε να φωνάζει «Ζήτω η Ελλάδα».

Η έξοδος

Ξαναείδα τον Λάλας το καλοκαίρι του 2005. Πήγαμε μαζί με ένα φίλο του στη φυλακή από όπου βγήκε για να πάει στο σπίτι του αδελφού του, στο οποίο θα περνούσε μερικά χρόνια υπό περιορισμό. Θυμάμαι ακόμη τη λαιμαργία με την οποία έφαγε το πρώτο του μεσημεριανό, ελεύθερος πια. Αρπαζε τα ψωμιά, το μπέικον, κοιτούσε γύρω του με έκπληξη και λίγο αγωνία μήπως τυχόν και τον ψάχνει κανείς. Κάποια στιγμή κατάλαβα την αγριότητα της φυλακής, όταν τον είδα να έχει πάρει ένα τεράστιο κοφτερό μαχαίρι, από αυτά με τα οποία κόβουν τις μεγάλες μπριζόλες στην Αμερική, και άρχισε να καθαρίζει τα δόντια του

 

 

 

© 2013 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode