Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΝΟΗΤΙΚΩΝ ΜΟΝΤΕΛΩΝ

 

 

 

 
Η θεωρία των νοητικών μοντέλων προϋποθέτει ότι οι άνθρωποι έχουν μια περιορισμένη ικανότητα λογικής σκέψης, αλλά ότι αυτή η λογική σκέψη μπορεί να εμποδίζεται από περιορισμούς της επεξεργασίας (π.χ. περιορισμένη μνήμη εργασίας, Johnson-laird 1983, 1995a,b, 1999; Johnson-laird & Byrne, 1991, 1993a, 1996). Σε αντίθεση με την θεωρία των αφηρημένων κανόνων (abstract rule theory), η θεωρία των νοητικών μοντέλων δίνει κεντρικό ρόλο στην κατανόηση κατά τη διαδικασία της λογικής. Οι άνθρωποι δημιουργούν μοντέλα όταν καταλαβαίνουν τη γλωσσική περιγραφή των αντικειμένων και η λογική τους στηρίζεται σ’ αυτά τα μοντέλα.
 
Η θεωρία των νοητικών μοντέλων υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι σκέπτονται λογικά κατασκευάζοντας μια αναπαράσταση ή ένα μοντέλο της κατάστασης που περιγράφεται στις προϋποθέσεις, το οποίο στηρίζεται στις σημασίες των προϋποθέσεων και στη γενική γνώση. Μετά περιγράφουν αυτό το μοντέλο με έναν αφαιρετικό τρόπο για να παράγουν ένα συμπέρασμα, πριν επιβεβαιώσουν το μοντέλο. Η επιβεβαίωση πραγματοποιείται ψάχνοντας για εναλλακτικά μοντέλα ή για παραδείγματα που καταρρίπτουν τη θεωρία (counterexamples), τα οποία αναιρούν το συμπέρασμα που έχει παραχθεί. Αν δεν βρεθούν τέτοιου είδους παραδείγματα (counterexamples) τότε τα υποκείμενα βλέπουν την εξαγωγή συμπεράσματος ως έγκυρη (Johnson-laird & Byrne, 1991,1993a). Η βασική ιδέα μπορεί να διευκρινιστεί εύκολα με απλά χωρικά προβλήματα.
 
Σκεφτείτε την αναπαράσταση ή το μοντέλο που μπορεί κάποιος να κατασκευάσει από τις ακόλουθες προϋποθέσεις, όπου του έχουν δοθεί οδηγίες να φανταστεί την κατάσταση που περιγράφετε παρακάτω:
 
-η λάμπα βρίσκεται δεξιά από το τετράδιο.
-το βιβλίο βρίσκεται αριστερά από το τετράδιο.
-το ρολόι βρίσκεται μπροστά από το βιβλίο.
-το βάζο βρίσκεται μπροστά από την λάμπα.
 
 
Χωρικά, αυτά τα αντικείμενα θα μπορούσαν να αναπαρασταθούν με τον ακόλουθο τρόπο:
 
Βιβλίο Τετράδιο Λάμπα
Ρολόι Βάζο
 
Επομένως, κάποιος θα μπορούσε να βγάλει το συμπέρασμα ότι «το ρολόι είναι αριστερά από το τετράδιο». Το συμπέρασμα είναι μια δήλωση που συνάγεται από τις προϋποθέσεις και δεν έχει δηλωθεί ξεκάθαρα σ' αυτές (άρα, πολλά περισσότερα συμπεράσματα θα μπορούσαν να εξαχθούν). Αν προσπαθήσουμε να αρνηθούμε αυτό το συμπέρασμα, τότε χρειάζεται να ανακαλύψουμε μια άλλη διάταξη ή ένα μοντέλο των αντικειμένων, το οποίο να είναι συνεπές με την περιγραφή των προϋποθέσεων, αλλά όχι με το συμπέρασμα ότι «το ρολόι βρίσκεται αριστερά από το βάζο». Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τέτοιο μοντέλο.
 
 
Αλλά σκεφθείτε τις ακόλουθες προυποθέσεις
 
-η λάμπα βρίσκεται δεξιά από το τετράδιο.
-το βιβλίο βρίσκεται αριστερά από τη λάμπα.
-το ρολόι βρίσκεται μπροστά από το βιβλίο.
-το βάζο βρίσκεται μπροστά από το τετράδιο.
 
Αυτό είναι συνεπές με δύο διαφορετικά μοντέλα:
 
1. βιβλίο τετράδιο λάμπα
ρολόι βάζο
 
 
2. τετράδιο βιβλίο λάμπα
βάζο ρολόι
 
 
 
σε αυτή την περίπτωση, το συμπέρασμα που ίσως βγάλουμε από το πρώτο μοντέλο, ότι «το ρολόι βρίσκεται αριστερά από το βάζο», είναι ασυνεπές με το εναλλακτικό μοντέλο των προυποθέσεων, στο οποίο «το ρολόι βρίσκεται δεξιά από το βάζο». Σ΄ αυτή την περίπτωση, επομένως, κάποιος μπορεί να παραδεχθεί ότι «δεν υπάρχει έγκυρο συμπέρασμα» για τη σχέση μεταξύ βάζου και ρολογιού (χωρίς τον προσδιορισμό άλλων πραγμάτων).
 
 
 

Έγκυρη εξαγωγή συμπερασμάτων στη θεωρία των μοντέλων.

 
 
Οι Johnson-Laird και Byrne (1992) έχουν προτείνει μια θεωρία μοντέλων υποθετικής λογικής σκέψης. Σ' αυτή τη θεωρία, η υποθετική λογική σκέψη, όπως «αν υπάρχει ένας κύκλος, τότε υπάρχει και ένα τρίγωνο», παρουσιάζεται με τα ακόλουθα μοντέλα:
 
 
Έγκυρη εξαγωγή συμπερασμάτων στη θεωρία των μοντέλων
 
               
     
     
 
 
 
Κάθε γραμμή παρουσιάζει ένα καινούριο μοντέλο. Και τα τρία αυτά μοντέλα παρουσιάζουν όλες τις καταστάσεις κατά τις οποίες η προυπόθεση είναι σωστή, αλλά όχι την κατάσταση στην οποία η προυπόθεση να είναι λάθος. Το σύμβολο «_» είναι ένα προτασιακό σημάδι στο μοντέλο, το οποίο χρησιμοποιείται για να δείξει το όχι (not). Διαισθητικά, αυτό σημαίνει όταν οι άνθρωποι καταλαβαίνουν την προυπόθεση «αν υπάρχει ένας κύκλος, τότε υπάρχει και ένα τρίγωνο», την αναπαριστούν με καταστάσεις που περιγράφονται από την πρόταση. Δηλαδή, μια κατάσταση όπου υπάρχει ένας κύκλος και ένα τρίγωνο, μια κατάσταση όπου δεν υπάρχει ένας κύκλος και υπάρχει ένα τρίγωνο και μια κατάσταση όπου δεν υπάρχει ούτε κύκλος ούτε τρίγωνο.
 
Ωστόσο, οι άνθρωποι προσπαθούν να αναπαραστήσουν όσο λιγότερη πληροφορία είναι δυνατόν, εξαιτίας του περιορισμού της επεξεργασίας και έτσι δημιουργούν αναπαραστάσεις και δηλώνουν τις ποικίλες εναλλακτικές καταστάσεις έκδηλα. Έτσι, οι Johnson-Laird και Byrne προτείνουν ότι όταν οι άνθρωποι καταλαβαίνουν αυτή την προυπόθεση δημιουργούν τα ακόλουθα μοντέλα:
 
 
Έγκυρη εξαγωγή συμπερασμάτων στη θεωρία των μοντέλων
 
 
Αυτή η αναπαράσταση εμπεριέχει μόνο δύο μοντέλα, το ένα παριστάνει μια κατάσταση όπου υπάρχει ένας κύκλος και ένα τρίγωνο και ένα άλλο (…) που δείχνει ότι υπάρχουν και άλλα εναλλακτικά μοντέλα. Το άγκιστρο γύρω από τον κύκλο σημαίνει ότι ο κύκλος έχει παρουσιασθεί 'εξαντλητικά' στο μοντέλο. Αυτό σημαίνει ότι τα εναλλακτικά μοντέλα δεν θα εμπεριέχουν κύκλο, γιατί σε κάθε άλλο μοντέλο όπου υπάρχει κύκλος, τότε πρέπει να υπάρχει και τρίγωνο. Όταν στα υποκείμενα δίνεται η πρόταση «υπάρχει ένας κύκλος», κατασκευάζουν ένα μοντέλο, το οποίο έχει μόνο ένα κύκλο.
 
Και όταν συνδυάζουν αυτό το μοντέλο με τα υπόλοιπα δεδομένα, παίρνουν τα εξής:
 
 
Θεωρία νοητικών μοντέλων
 
Ένα μόνο μοντέλο, ενώ αποκλείονται όλα τα άλλα, γιατί είναι αυτά στα οποία δεν υπάρχει κύκλος.
 
Για να σχηματίσει ένα συμπέρασμα αυτό το μοντέλο περιγράφεται με ένα φειδωλό τρόπο με την πρόταση: «υπάρχει ένα τρίγωνο». Αυτός είναι ο τρόπος, με τον οποίο η θεωρία των μοντέλων ερμηνεύει την εγκυρότητα της εξαγωγής συμπεράσματος στο modus ponens. Αυτή η εξαγωγή συμπεράσματος μπορεί να γίνει αμέσως από την αρχική αναπαράσταση της υπόθεσης, χωρίς την ανάγκη να φανεί η άδηλη πληροφορία ως έκδηλη.
 
 
 

Εξαγωγή μη έγκυρων συμπερασμάτων στη θεωρία των μοντέλων.

 
 
Μη έγκυρη εξαγωγή συμπερασμάτων προκύπτει εξαιτίας δύο λόγων: Οι άνθρωποι μπορεί να έχουν διαφορετική ερμηνεία των υποθετικών προυποθέσεων και ίσως αποτυγχάνουν να παράγουν τα κατάλληλα μοντέλα για την ερμηνεία τους. Μπορεί να ερμηνεύσουν την προυπόθεση: «αν υπάρχει ένας κύκλος, τότε υπάρχει ένα τρίγωνο», με τον εξής τρόπο: «αν και μόνο αν υπάρχει ένας κύκλος, τότε υπάρχει και ένα τρίγωνο».
 
Αυτή η αναπαράσταση των προυποθέσεων θα μπορούσε να παρουσιασθεί ως εξής:
 
Εξαγωγή μη εγκυρων συμπερασμάτων στη θεωρία των μοντέλων
 
 
όπου και τα δύο στοιχεία αναπαρίστανται εξαντλητικά, δείχνοντας ότι κανένα άλλο μοντέλο δεν θα περιέχει κύκλο ή τρίγωνo. Εξαγωγή μη έγκυρων συμπερασμάτων προκύπτουν από αυτά τα αρχικά μοντέλα. Όταν τα υποκείμενα παίρνουν την επιπλέον πληροφορία ότι «υπάρχει ένα τρίγωνο» καταλήγουν με βεβαιότητα ότι: «υπάρχει ένας κύκλος».
 
Όταν δίνεται η πληροφορία στα υποκείμενα ότι: «δεν υπάρχει κύκλος», μπορούν να βγάλουν το σωστό συμπέρασμα για λάθος λόγο: δηλαδή, μπορεί να που ότι τίποτα δεν ακολουθεί, απλώς επειδή δεν μπορούν να συνδυάσουν το μοντέλο, ότι δεν υπάρχει κύκλος, με το αρχικό σύνολο μοντέλων. Ωστόσο, αν τα υποκείμενα παράγουν τα έκδηλα μοντέλα:
 
Εξαγωγή μη εγκυρων συμπερασμάτων στη θεωρία των μοντέλων
 
 
Τότε θα συνδυάσουν αυτά τα μοντέλα με το μοντέλο της δεύτερης προϋπόθεσης, όπου δεν υπάρχει κύκλος, το πρώτο μοντέλο θα αποκλειστεί και θα βγάλουν το συμπέρασμα ότι «δεν υπάρχει τρίγωνο». Με αυτόν τον τρόπο η θεωρία εξηγεί γιατί οι άνθρωποι μπορεί να βγάλουν το σωστό συμπέρασμα για τον λάθος λόγο.(Evans et al, 1993, and Evans, 1993a).
 
 
 

Οι επιρροές του περιβάλλοντος(context effects).

 
 
Ο Byrne(1989) έχει υποστηρίξει ότι επιπλέον πληροφορία οδηγεί σε διαφορετική ερμηνεία των προυποθέσεων. Οι προϋποθέσεις που εμπεριέχουν εναλλακτικές σε σύγκριση με αυτές που δίνουν επιπλέον στοιχεία καταλήγουν σε κατασκευή διαφορετικών μοντέλων. Έχει φανεί ότι οι εναλλακτικές δρουν ως παραδείγματα που καταρρίπτουν τη θεωρία (counterexamples) στη μη έγκυρη εξαγωγή συμπερασμάτων, ενώ τα επιπλέον στοιχεία ως counterexamples στην έγκυρη εξαγωγή συμπερασμάτων.
 
 
 

Το έργο επιλογής (selection task).

 
 
Η θεωρία των νοητικών μοντέλων έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία των αποτελεσμάτων του έργου. Η εξήγηση στηρίζεται σε τρία βασικά σημεία:
 
-οι άνθρωποι λαμβάνουν υπόψιν μόνο αυτές τις κάρτες που παρουσιάζονται ξεκάθαρα.
-διαφορετικά περιβάλλοντα (π.χ. δεοντολογικά) μπορούν να επηρεάσουν αυτό που παρουσιάζεται ρητά στο μοντέλο.
-οι άνθρωποι τότε επιλέγουν αυτές τις κάρτες, για τις οποίες η κρυμμένη αξία θα έχει αντοχή στην αλήθεια ή θα διαψεύσει τον κανόνα.
 
Να θυμίσουμε ότι οι άνθρωποι συνήθως επιλέγουν τις P και Q κάρτες σε αυτό το έργο, όταν η P και ηnot-Q κάρτες είναι οι καταλληλότερες επιλογές.
Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι επιρροές, εξαιτίας της δεοντολογικής ανάγνωσης του έργου, βοηθούν στο να επιτυγχάνεται αυτού του είδους η αναπαράσταση. Με λίγα λόγια η θεωρία των μοντέλων έχει τη δική της εξήγηση για το έργο της επιλογής.
 
 

Αποτίμηση της θεωρίας των νοητικών μοντέλων.

 
 
Η θεωρία των νοητικών μοντέλων είναι μια καλά εξειδικευμένη θεωρία, η οποία έχει χρησιμοποιηθεί σε ένα μεγάλο εύρος φαινομένων στον υποθετικό συλλογισμό και πέραν. Έχει ασκηθεί μεγάλη κριτική σ' αυτή τη θεωρία. Θα σταθούμε σε μερικά σημεία της κριτική.
 
Ο Bonnati (1994) τόνισε ότι υπάρχουν αρκετές διαφορετικές διατυπώσεις για τον αριθμό των μοντέλων που μπορεί να κατασκευαστούν για ένα δεδομένο πρόβλημα. Αυτή είναι μια σημαντική κριτική, επειδή οι περισσότερες προβλέψεις που γίνονται από τη θεωρία των μοντέλων στηρίζονται στον αριθμό των μοντέλων που απαιτούνται από ένα δεδομένο πρόβλημα ( π.χ. τα μοντέλα του χώρου). Αν κάποιος επιλέξει τον αριθμό των διαφορετικών μοντέλων για ένα πρόβλημα, τότε η βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η θεωρία για να βγάλει συμπεράσματα αποδυναμώνεται. Ωστόσο, οJohnson-Laird et al (1994) υποστήριξαν ότι ο αριθμός των μοντέλων στηρίζεται σ' αυτά που απαιτούνται για να παρουσιασθεί και να εκτιμηθεί το αποτέλεσμα. Επίσης, έχει γραφτεί ένα πρόγραμμα σε υπολογιστή για να παράγει αυτόματα τον απαραίτητο αριθμό μοντέλων για κάθε σύνολο προϋποθέσεων που έχουν δοθεί, πράγμα που μπορεί να λύσει αυτό το θέμα. (Johnson-Laird &Savary, 1996).
 
Μια άλλη κριτική που έχει ασκηθεί είναι ότι η θεωρία των μοντέλων είναι ελλιπής (ατελής). Πρώτον, το στοιχείο της κατανόησης είναι υποτιμημένο, ειδικά σε σχέση με τις επιρροές της προηγούμενης γνώσης. Πολλοί έχουν υποστηρίξει, ότι η προηγούμενη γνώση παίζει ρόλο στην κατασκευή μοντέλων με προϋποθέσεις, αλλά δεν έχουν μια λεπτομερή εξήγηση αυτής της διαδικασίας. Έτσι, ενώ έχουν υπολογιστικά μοντέλα που προσομοιώνουν το τι συμβαίνει στην ανθρώπινη σκέψη με προϋποθέσεις όπως «αν υπάρχει ένας κύκλος, υπάρχει και ένα τρίγωνο», δεν έχουν παρόμοια μοντέλα για τις επιρροές του περιβάλλοντος (context effects) (Byrne, 1989α). Δεύτερον, δεν έχουν λεπτομερή εξήγηση για το πως οι άνθρωποι επιβεβαιώνουν μοντέλα ψάχνοντας για counterexamples, γιατί υπάρχουν λίγα διαθέσιμα στοιχεία για το πώς οι άνθρωποι φέρουν εις πέρας μια τέτοια διαδικασία. Από εμπειρικής απόψεως, η θεωρία των μοντέλων φαίνεται αρκετά ικανοποιητική. Η μόνη κριτική που μπορεί να σημειωθεί είναι η ικανότητα αυτής της θεωρίας να εξηγήσει επιρροές προκαταλήψεων σε έργα λογικής, πέρα από υποθετικές καταστάσεις.
 
 
 

Θεωρίες του εξειδικευμένου τομέα (Domain-specific ruletheories).

 
 
Οι θεωρίες του εξειδικευμένου τομέα (domain-specific rule) είναι μια κατηγορία θεωριών που έχουν αναπτυχθεί για να εξηγήσουν τις ποικίλες θεματικές ή δεοντολογικές επιρροές στο έργο επιλογής. Θα μελετήσουμε δύο διαφορετικές κατηγορίες των θεωριών αυτών.
 
Σχήματα πραγματικής συλλογιστικής σκέψης (pragmatic reasoning schemata). Θεωρίες εξειδικευμένου τομέα για άδειες και υποχρεώσεις.
 
Οι Cheng και Holyoak (1985; Cheng, Holyoak, Nisbett & Oliver, 1986) έχουν ονομάσει μια κατηγορία των θεωριών εξειδικευμένου τομέα, σχήματα πραγματικής συλλογιστικής σκέψης, επειδή αναφέρονται σε πραγματικές καταστάσεις. Η κατάσταση της άδειας είναι κάτι που συμβαίνει συχνά στην καθημερινή ζωή. Για παράδειγμα, για να κερδίσει κανείς την άδεια να φοιτήσει στο πανεπιστήμιο, πρέπει να ικανοποιήσει την προαπαίτηση της επίτευξης ενός συγκεκριμένου βαθμού στις εξετάσεις. Τα σχήματα για τέτοιου είδους καταστάσεις είναι αφηρημένα με την έννοια ότι εφαρμόζονται σε ένα μεγάλο εύρος περιπτώσεων.
 
 
 
Τα σχήματα της πραγματικής συλλογιστικής σκέψης προτείνουν ότι:
 
- οι άνθρωποι χρησιμοποιούν ειδικούς κανόνες που ασχολούνται με ειδικούς τύπους καταστάσεων. Για παράδειγμα, τα σχέδια της άδειας και τα σχέδια της υποχρέωσης .
- οι κανόνες στα σχέδια της άδειας παίρνουν τη μορφή: «αν είναι να γίνει μια πράξη, τότε πρέπει να ικανοποιηθεί μια προαπαίτηση».
- Τα σχέδια της υποχρέωσης έχουν αναπτυχθεί για καταστάσεις, στις οποίες κάποιος είναι υποχρεωμένος να κάνει κάτι.
 
Σ' αυτή τη θεωρία, τα λάθη συμβαίνουν όταν οι καταστάσεις δεν μπορούν εύκολα να χαρτογραφηθούν σε πραγματικά σχήματα, ή επίσης λάθη μπορεί να προκύψουν απευθείας από τα συμπεράσματα που παράγονται από τα σχήματα.
 
 
Η θεωρία των κοινωνικών συμβάσεων (social contract theory). Θεωρίες εξειδικευμένου τομέα που κωδικοποιούν συμβάσεις.
 
Η Κοσμίδη (1989) έχει προτείνει μια εναλλακτική θεωρία στηριγμένη στην εξελικτική προσέγγιση της γνώσης. Υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι έχουν κανόνες –που τους ονομάζει Δαρβινικούς αλγόριθμους – που μεγιστοποιούν την ικανότητά τους να επιτύχουν τους στόχους τους στις κοινωνικές καταστάσεις. Επικεντρώνεται σε καταστάσεις που περιλαμβάνουν κοινωνική συναλλαγή, όπου δύο άνθρωποι πρέπει να συνεργαστούν για ένα κοινό όφελος. Η θεωρία των κοινωνικών συμβάσεων υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι έχουν σχήματα που αναφέρονται σε τέτοιου είδους κοινωνικές συμβάσεις, όπως είναι τα σχήματα που κωδικοποιούν τους ακόλουθους κανόνες:
 
-Standard κοινωνικές συμβάσεις –«αν πάρεις κάποιο όφελος, τότε πρέπει να πληρώσεις το κόστος».
 
-Switched (αντεστραμμένες) κοινωνικές συμβάσεις – «αν πληρώσεις το κόστος, τότε παίρνεις το όφελος».
 
 
Για εξελικτικούς λόγους οι άνθρωποι , μαζί με αυτά τα σχήματα, πρέπει να έχουν και έναν μηχανισμό για να ανιχνεύουν αυτούς που ίσως σπάσουν τη σύμβαση: ένας αλγόριθμος «που να ψάχνει για του απατεώνες». Αν οι άνθρωποι εφαρμόσουν την standard κοινωνική σύμβαση μαζί με τον αλγόριθμο για τον εντοπισμό των απατεώνων, τότε θα κάνουν τις σωστές επιλογές. Αλλά, όταν θα χρησιμοποιήσουν την switched κοινωνική σύμβαση θα κάνουν λιγότερο σωστές επιλογές.
 
 

Αποτίμηση των θεωριών του εξειδικευμένου τομέα.

 
 
Γενικά αυτές οι θεωρίες είναι μια ενδιαφέρουσα προσθήκη στη θεωρητική έρευνα για το έργο επιλογής. Έχουν χρησιμοποιηθεί για να παραχθούν νέες προβλέψεις για την απόδοση των υποκειμένων στο έργο και πολλές από αυτές τις προβλέψεις έχουν επιβεβαιωθεί.
 
Η βασική κριτική που έχει ασκηθεί είναι ότι δεν είναι ολοκληρωμένες θεωρίες συλλογισμού, μπορούν να χαρακτηρίσουν μερικές εκδοχές του έργου επιλογής, αλλά δεν πηγαίνουν πολύ μακριά από αυτό το σημείο. Με άλλα λόγια, αυτές οι θεωρίες δεν αναφέρουν τι κάνουν οι άνθρωποι όταν δεν τις χρησιμοποιούν.
 
 
 
 

Θεωρία των πιθανοτήτων (probabilistic theory).

 
 
Η κεντρική ιδέα της θεωρίας αυτής, που αναπτύχθηκε από τους Oaksford και Chater, είναι ότι οι άνθρωποι δεν είναι καθεαυτό λογικά σκεπτόμενοι, αλλά προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν την πληροφόρηση που παίρνουν από το περιβάλλον. Δηλαδή, οι άνθρωποι κάνουν επιλογές που μειώνουν την αβεβαιότητα της κατάστασης τους και μεγιστοποιούν το κέρδος της πληροφορίας για τον κόσμο. Έτσι, στο έργο επιλογής, επιλέγουν τις κάρτες που είναι πιο ενημερωτικές.
 
Αυτή η θεωρία αναλύει τις προϋποθέσεις του συλλογισμού μέσα στα πλαίσια των πιθανοτήτων. Από αυτή την ανάλυση θα μπορούσε κάποιος να προβλέψει την πληροφορία που κερδίζει από όλες τις πιθανές επιλογές για το πρόβλημα. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να παράγει συμπεράσματα με τη σειρά που προκύπτουν από την ανάλυση, έχοντας ως πρώτη επιλογή αυτό που δίνει μεγαλύτερη πληροφόρηση και στη συνέχεια ακολουθούν με τον ίδιο τρόπο τα υπόλοιπα.
 
 
 

Η εφαρμογή της θεωρίας των πιθανοτήτων στο έργο επιλογής.

 
 
Για να δούμε την εφαρμογή της θεωρίας θα χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα που έχει προταθεί από τους θεωρητικούς. Φανταστείτε ότι ελέγχετε την υπόθεση: «αν φας πατσά (Ρ), τότε θα αρρωστήσεις (Q)».
 
Για να ελέγξετε αυτή την υπόθεση μάλλον θα ερευνήσετε ομάδες ανθρώπων που έχουν φάει πατσά (Ρ), που δεν έχουν φάει πατσά (not-P), που έχουν αρρωστήσει (Q), και δεν έχουν αρρωστήσει (not-Q). Ας υποθέσουμε ότι αυτές οι προτάσεις ισοδυναμούν με τέσσερις κάρτες στο έργο. Η ερώτηση είναι, ποιες είναι οι πιο ενημερωτικές ομάδες καρτών για να τις ελέγξουμε; Πρώτα, το να ρωτήσετε ανθρώπους που έχουν φάει πατσά (Ρ) δίνει κάποια πληροφόρηση, γιατί , αν δείτε ότι δεν έχουν αρρωστήσει, τότε ξέρετε ότι η υπόθεση είναι λανθασμένη. Δεύτερον, το να ρωτήσετε ανθρώπους που δεν έχουν φάει ποτέ πατσά (not-P) προσφέρει λίγη ή καθόλου ενημέρωση, γιατί η υπόθεση δεν αναφέρει τους ανθρώπους που δεν έχουν φάει πατσά. Τρίτον, έχει νόημα να ρωτήσετε κάποιον, ο οπoίος νιώθει άρρωστος (Q), αν έχει φάει ή όχι πατσά. Αν έχει φάει, τότε αυτό είναι μια σημαντική πληροφορία, αν δεν έχει φάει δεν βοηθάει στο να εξαχθεί συμπέρασμα. Τέταρτον το να ρωτήσετε κάποιον, ο οποίος δεν αισθάνεται άρρωστος (not-Q) μπορεί να δώσει κάποια πληροφόρηση. Αν έχει φάει πατσά, τότε η υπόθεση διαψεύδεται, αλλά αν δεν έχει φάει δεν βοηθάει στην εξαγωγή συμπεράσματος. Με λίγα λόγια, φαίνεται ότι το να διαλέξει κανείς την Ρ κάρτα μπορεί σίγουρα να του δώσει πληροφορία, το να διαλέξει τη not-P σίγουρα δεν βοηθάει, και οι κάρτες Q και not-Q είναι κάπου ενδιάμεσα
 
Αυτή η θεωρία έχει κυρίως εφαρμοσθεί στην ανάλυση των εκδοχών του έργου επιλογής. Γι αυτό το λόγο δεν έχει εφαρμοσθεί καθεαυτό στην υποθετική εξαγωγή συμπερασμάτων και έχει λίγα να μας δείξει για τον τυπικό τρόπο εξαγωγής συμπερασμάτων. Ωστόσο, η θεωρία αυτή είναι κατάλληλη για τους χειρισμούς της αβεβαιότητας και προς αυτή την κατεύθυνση στρέφονται οι έρευνες.
 
 
Αποτίμηση της θεωρίας των πιθανοτήτων.
 
 
Η θεωρία των πιθανοτήτων, μέσα στο γενικό πλαίσιο των θεωριών που έχουν προταθεί, έχει συγκεντρώσει πολλή προσοχή και ενθουσιασμό. Ωστόσο, της έχει ασκηθεί κριτική και για την θεωρητική αλλά και εμπειρική της υπόσταση. Θεωρητικά, είναι μια θεωρία σε υπολογιστικό επίπεδο, η οποία προσδιορίζει τι πρέπει να υπολογιστεί σε ένα συλλογιστικό έργο (δηλαδή παράγοντες όπως το πληροφοριακό κέρδος). Δεν παρουσιάζει κάποιον μηχανισμό που να δείχνει ποιες συλλογιστικές διεργασίες παράγουν το υποψήφιο σύνολο των επιλογών /συμπερασμάτων και ποιες διεργασίες της μνήμης ανακαλούν προηγούμενες εμπειρίες για να υπολογίσουν τις πιθανότητες αυτών των επιλογών. Εμπειρικά, η θεωρία πρέπει να δοκιμαστεί εκτενέστερα. Υπάρχει μια τάση να εξάγεται μια μετα-ανάλυση στην ήδη υπάρχουσα βιβλιογραφία παρά να δοκιμάζονται καινούριες προβλέψεις της θεωρίας. Η μετα-ανάλυση δημιουργεί την ανησυχία ότι η θεωρία σχηματοποιείται από τα δεδομένα με έναν ad hoc τρόπο παρά ότι στέκεται στα δικά της πόδια.
 
 
 
Γνωσιακή νευροψυχολογία του συλλογισμού.
 
 
Έχουν γίνει πολλές έρευνες στον τομέα της νευροψυχολογίας που επιβεβαιώνουν την σπουδαιότητα των μετωπιαίων λοβών και ξεχωρίζουν τις ιδιότητες των ημισφαιρίων στον συμπερασματικό συλλογισμό. Από πειράματα που έκανε ο Golding (1981) φάνηκε ότι οι ασθενείς με βλάβη στο αριστερό ημισφαίριο είχαν σοβαρές δυσκολίες να κατανοήσουν απλές λογικές προτάσεις, ενώ αυτοί που είχαν βλάβη στο δεξιό ημισφαίριο δεν είχαν πρόβλημα με τον λογικό συλλογισμό (Wharton &Grafman, 1998).
 
Ο Johnson-Laird(1995) τόνισε την συνεισφορά του δεξιού ημισφαιρίου στην παραγωγή συμπερασμάτων. Εκθέτει ένα πείραμα του Whitaker et al(1991) στον υποθετικό συλλογισμό σε γκρουπ ασθενών που υπέφεραν από μονομερή πρόσθια κροταφική λοβεκτομή, για να ανακουφισθούν από τις επιληπτικές κρίσεις, είτε στο δεξί είτε στο αριστερό ημισφαίριο. Αυτοί που είχαν βλάβη στο δεξί ημισφαίριο ήταν πιο αδύναμοι στον συλλογισμό από ψευδείς προϋποθέσεις από αυτούς με βλάβη στο αριστερό ημισφαίριο. Δεδομένης της πρότασης: «αν έβρεξε, οι δρόμοι θα είναι υγροί», και της δήλωσης: «έβρεξε», το γκρουπ με βλάβη στο αριστερό ημισφαίριο είχε την τάση να συμπεράνει: «οι δρόμοι θα είναι υγροί».
 
Τέλος, ο Waltz et al (1999), με πειράματα που έκαναν, χρησιμοποιώντας προβλήματα με επαγωγικό και συμπερασματικό συλλογισμό, έδειξαν ότι ο εντοπισμός των παραπάνω στον μετωπιαίο φλοιό συνεπάγεται την ενοποίηση πολλαπλών σχέσεων.
 
 
 
 
Είμαστε λογικά σκεπτόμενοι;
 
 
Δεδομένων των στοιχείων που έχουμε δει ως τώρα για τις ικανότητες των ανθρώπων να σκέπτονται λογικά, κάποιος δικαιολογημένα θα μπορούσε να σκεφτεί ότι όλοι δεν σκεφτόμαστε λογικά. Μέσα από τις θεωρίες που έχουμε δει, προκύπτουν τρεις στάσεις γι αυτό το ερώτημα.
 
Η απάντηση που προκύπτει από τη θεωρία των αφηρημένων κανόνων (abstract rule) και την θεωρία των νοητικών μοντέλων (mental models), είναι ότι οι άνθρωποι είναι ορθολογιστές, ότι ενεργούν σύμφωνα με μια λογική αρχή στην προσπάθειά τους να εξάγουν έγκυρα συμπεράσματα από τις προϋποθέσεις ενός ισχυρισμού. Οι Johnson-Laird και Byrne !991, Johnson-Laird, 1999) εξέλιξαν αυτή την άποψη με την έννοια ότι θεώρησαν ότι οι άνθρωποι έχουν μια μικρή ικανότητα λογικής σκέψης, που είναι σημαντική για τους καθημερινούς στόχους.
 
Μια δεύτερη οπτική υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι προσαρμόζονται στο περιβάλλον τους. Αυτή η οπτική παρακινείται από τις θεωρίες του εξειδικευμένου τομέα (domain-specific rule)και από τις θεωρίες των πιθανοτήτων (probabilistic theories). Η πρόταση είναι ότι οι άνθρωποι δρουν σύμφωνα με κάποια άλλη λογική αρχή- μεγιστοποιώντας την επίτευξη των στόχων ή το πληροφοριακό όφελος. Οι Oaksford και Chater υποστηρίζουν ότι η μεγιστοποίηση του πληροφοριακού κέρδους και η μείωση της αβεβαιότητας είναι οι καθοδηγητικές αρχές. Πιο συγκεκριμένα ο Anderson (1990) χρησιμοποίησε αυτή την άποψη στην τεχνική της «λογικής ανάλυσης» για να χαρακτηρίσει πολλές διαφορετικές περιοχές της γνώσης από τη μνήμη ως τη λύση προβλημάτων.
 
Η τρίτη οπτική, η οποία είναι περισσότερο μια μετα-ανάλυση του προβλήματος, σχετίζεται με τον διαχωρισμό μεταξύ διαφορετικών μορφών λογικής. Οι Evans και Over (1996,1997) κάνουν διαχωρισμό μεταξύ της λογικής1 και της λογικής2. Η λογική1 μας βοηθάει να επιτυγχάνουμε τους στόχους μας στον κόσμο. Η λογική2 είναι περισσότερο συνεπής με το κανονιστικό μοντέλο της λογικής. Είναι δυνατόν κάποιος να βγάλει ένα συμπέρασμα που να είναι σύμφωνο με τη λογική1 αλλά σε αντίθεση με τη λογική2. Ωστόσο, πίσω από το να βάζουμε ταμπέλες στις δυο ερμηνείες της λογικής, δεν είναι ξεκάθαρο το πώς αυτός ο διαχωρισμός μας φέρνει πιο κοντά σε οποιοδήποτε συμπέρασμα για την ανθρώπινη λογική. Ιδανικό θα ήταν να είχαμε έναν ορισμό για τη λογική που να περιλαμβάνει τους επιμέρους ορισμούς των δυο παραπάνω κατηγοριών.
 
Περιληπτικά είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει μια γενική συμφωνία ότι οι άνθρωποι είναι, για το μεγαλύτερο μέρος, προσαρμοστικοί ή λογικοί κατά κάποιο τρόπο.
 
 
 
Αποτίμηση όλων των θεωριών.
 
 
Παραπάνω είδαμε διάφορες θεωρίες που έχουν προταθεί για την συμπερασματική λογική. Συνήθως, η επιστήμη τείνει σε μια ενοποιημένη θεωρία, παρά σε πολλές εναλλακτικές. Έτσι, καταλήγουμε στην υπόθεση ότι η απάντηση στο θέμα αυτό θα πρέπει να βρίσκεται σε μια θεωρία.
 
Η θεωρία του εξειδικευμένου τομέα (domain-specific rule) και η θεωρία των πιθανοτήτων (probabilistictheory) ενδεχομένως είναι σε χειρότερη θέση υπό τους όρους της γενικότητας της κάλυψής τους. Καλύπτουν εν μέρει όψεις του προβλήματος και αφήνουν στις υπόλοιπες θεωρίες των αφηρημένων κανόνων (abstract rule) και των νοητικών μοντέλων (mental models theory) να καλύψουν το υπόλοιπο κομμάτι. Η θεωρία των αφηρημένων κανόνων έχει το πρόβλημα ότι αρχίζει να απομακρύνεται από μια ενοποιημένη εξήγηση των διαφόρων συλλογιστικών φαινομένων. Τέλος, η θεωρία των νοητικών μοντέλων είναι πιο κοντά στη γενίκευση. Έχει αναπτύξει εξηγήσεις για την υποθετική και συλλογιστική λογική. Προς το παρόν φαίνεται να είναι η πιο ολοκληρωμένη θεωρία της ανθρώπινης λογικής, παρόλο που οι ανταγωνιστές της εξακολουθούν να αντικρούουν πολλά από τα ευρήματά της.
 
 
Πηγή: Εργασία της Τσαδήμα Κατερίνα. Τμήμα Μ.Ι.Θ.Ε.Μ.Π.Σ. στη Βασική & Εφαρμοσμένη Γνωσιακή Επιστήμη ΓΝΩΣΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ.

 

© 2013 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode